Skip to main content

Ο Ήρωας της Δερύνειας Γιώργος Παντελή Κολάνης!

https://youtu.be/FUSNqdr5DVY?si=iFYFuRNmdPPfRn-7

 Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ


Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των  

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.  

Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·  

δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις.  


Οι στίχοι του Αλεξανδρινού ποιητή σκιαγραφούν απόλυτα τη μορφή του Γιώργου Κολάνη, ενός ανδρείου άνδρα, γεννημένου στα χώματα της Δερύνειας, ενός άνδρα που, μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος, κατάφερε επάξια να εξασφαλίσει μία θέση στο πάνθεο των αθάνατων ηρώων του κυπριακού ελληνισμού.  Με αυτή τη σύντομη παρουσίαση επιχειρούμε να αναδείξουμε τη θυσία ενός αγνού πατριώτη, του Γιώργου Κολάνη, του Κόκου για τους συγχωριανούς του, του Κουρέα για τους καταδρομείς που τον γνώρισαν και πολέμησαν στο πλευρό του, του ξεχασμένου ήρωα για τους νέους του ακριτικού μας Δήμου.   Του ήρωα εκείνου που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να τον σκεπάσει της λήθης το μαγνάδι.  Το ελάχιστο που οφείλουμε σε αυτόν αλλά και στους υπόλοιπους «ανώνυμους» ήρωες της τουρκικής εισβολής είναι η πρέπουσα απότιση φόρου τιμής.   

Τα στοιχεία της έρευνας που εκπονήθηκε για την καταγραφή του ιστορικού της θυσίας του ήρωα Γιώργου Κολάνη, ανάγουν την αφετηρία της σύντομης πορείας του στη ζωή στις 8 Δεκεμβρίου του 1953, όταν ο Παντελής και η Αννεζού Κολάνη από τη Δερύνεια έφεραν στον κόσμο το τρίτο τους παιδί, το Γιώργο Κολάνη.  Προηγήθηκαν τα αδέλφια του, Αντρίκος και Θεόδουλος, ενώ μετά από αυτόν ακολούθησε η Θέκλα.  Όπως τα αδέλφια του, έτσι και ο Γιώργος Κολάνης υπήρξε παιδί που μεγάλωσε χωρίς πολυτέλειες αλλά με πολλή αγάπη, ένα παιδί που διοχέτευε την ενέργεια και το κέφι του στην ποδοσφαιρική ομάδα της Αναγέννησης Δερύνειας, στην οποία συμμετείχε, στο χορευτικό συγκρότημα και στη μπάντα της ομάδας, όπως και στην ΕΔΟΝ.   

Στην τρυφερή ηλικία των 17 ετών ο Κολάνης κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα μέσα στην κρισιμότερη πολιτικά περίοδο της κυπριακής ιστορίας, αφού το Γενάρη του 1971 κατατάχθηκε στο στρατό, στις Δυνάμεις Καταδρομών, από τις οποίες απολύθηκε δύο χρόνια μετά.  Ο Κολάνης βίωσε στη νιότη του την περίοδο εκείνη κατά την οποία η Χούντα των Αθηνών, συνεπικουρούμενη από τους εδώ εγκαθέτους της, κατάφερε να προωθήσει τα επίβουλα σχέδιά της εις βάρος της πατρίδας μας και έγινε μάρτυρας των εμφύλιων συγκρούσεων που κατασπάραξαν την Κύπρο.  Σε μια τέτοια περίοδο ο Γιώργος Κολάνης είδε το όνομά του να φακελώνεται και να στιγματίζεται λόγω των αριστερών του καταβολών.   

Αν και εκ πεποιθήσεως αριστερός και καταχωρημένος στο φάκελό του ως άτομο αριστερών φρονημάτων άνευ δράσης, ο Γιώργος Κολάνης κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα μέσα σε ένα εντελώς αρνητικό κλίμα για τον ίδιο, στις Δυνάμεις Καταδρομών.  Μετά την απόλυση της παλιάς σειράς, ο Κολάνης υπηρέτησε το κουρείο της μονάδας, κουρεύοντας στρατιώτες και αξιωματικούς.  Από τότε τον συνόδευε το παρωνύμιο Κουρέας, με το οποίο έγινε γνωστός στους συμπολεμιστές του.  Η υπηρεσία του στο κουρείο ανέδειξε το θαρραλέο του χαρακτήρα και την αφοσίωσή του απέναντι στους φίλους του.  Ενδεικτικά αναφέρεται ένα περιστατικό με τον Κολάνη να έχει μεταβεί στο Σταυροβούνι, μετά από διαταγή του Διοικητού Καταδρομών, για να κουρέψει ομάδα τιμωρημένων καταδρομέων.  Φτάνοντας εκεί, ο ευθαρσής Κουρέας αρνήθηκε να τιμωρήσει τους συναδέλφους του, κουρεύοντάς τους, με το πρόσχημα ότι τα μαλλιά τους ήταν ήδη κομμένα πιο κοντά από το επιτρεπτό μέγεθος.  Ο Διοικητής, μετά από την απρόβλεπτη στάση του Κουρέα, εξέφρασε το θυμό του απέναντι στον Κολάνη, ωστόσο απέφυγε να τον τιμωρήσει λόγω του θάρρους που επέδειξε με την άρνησή του.  Η συναδελφική αλληλεγγύη του καταδρομέα Κολάνη αναδεικνύεται ακόμη και από τη συμπεριφορά του απέναντι σε ένα σεσημασμένο χουντικό συνάδελφό του με επιρρεπή στα παραπτώματα χαρακτήρα.  Υπάρχουν μαρτυρίες που παρουσιάζουν τον Κολάνη να κουρεύει οκτώ φορές τον εν λόγω συνάδελφό του στο διάστημα της κοινής τους υπηρεσίας και κάθε φορά να δακρύζει, αισθανόμενος θλίψη, αφού με την πράξη του αυτή αναγκαζόταν να τιμωρήσει τον φίλο του.  

Με τέτοιου είδους χειρονομίες αλλά και χάρη στο πάντα γελαστό πρόσωπό του και τον Δερυνειώτικο χαρακτήρα του, ο Γιώργος Κολάνης κατάφερε να αγαπηθεί και να εκτιμηθεί από τους συναδέλφους και τους αξιωματικούς του.  Η επιβράβευσή του έτσι δεν άργησε να έρθει, αφού με τον ζήλο και την αφοσίωσή του στη στρατιωτική εκπαίδευση κέρδισε τιμητική διάκριση που τον προήγαγε στον τιμητικό βαθμό του υποδεκανέα.   

Μετά τη συμπλήρωση των δύο ετών γονίμου θητείας στις καταδρομές, ο Κολάνης απολύθηκε και άρχισε να δουλεύει στις οικοδομές, κτίζοντας τα όνειρά του για το μέλλον, μέχρι που το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου γκρέμισε τα όνειρα αυτά και ρήμαξε τη μοίρα του όλως δια παντώς.  Οι συγγενείς του Κολάνη μαρτυρούν ότι με το άκουσμα της είδησης του πραξικοπήματος, ο Γιώργος ανησύχησε πολύ, επειδή γνώριζε αρκετά καλά την κατάσταση που επικρατούσε στις Δυνάμεις Καταδρομών.  Προφανώς είχε συνειδητοποιήσει τις συνέπειες και τους κινδύνους αυτής της κατάστασης και είχε προβλέψει ότι θα τον αναζητούσαν λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων.  Έμενε μάλιστα συνεχώς κλεισμένος στο σπίτι του και δεν κοιμόταν τα βράδια, περιμένοντας τη στιγμή της σύλληψης (επιστράτευσης) του.  Με κάθε θόρυβο που άκουγε, πεταγόταν πάνω σαν ελατήριο, αφουγκραζόμενος το δράμα που θα ακολουθούσε τόσο για τον ίδιο όσο και για την πατρίδα μας.    

Η επιστράτευσή του κρίθηκε τελικά απαραίτητη, όταν ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία η πατρίδα τον καλεί με εκείνο το σιχαμερό βούισμα των σειρήνων.  Τα επόμενα λεπτά τον βρίσκουν να ετοιμάζεται μαζί με τον αδελφό του, Αντρίκκο, και να εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι στη Δερύνεια, με τη βεβαιότητα ότι η αδελφή του θα φρόντιζε τη μάνα τους κατά το διάστημα της απουσίας του από το σπίτι.  Φτάνοντας έξω από τα Εθνικόφρονα Σωματεία, οι αδελφοί Κολάνη πήραν εντολή από κάποιο συγχωριανό, ιδεολογικά προσκείμενο στο πραξικόπημα, να ανέβουν σε φορτηγό και μαζί με άλλους μεταφέρθηκαν στο Βαρώσι, στην περιοχή του Νοσοκομείου, από όπου διέσχισαν πεζοί την οδό Δημητράκη Χριστοδούλου, για να φτάσουν στην Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Αμμοχώστου.  Με την άφιξή τους στο σημείο αυτό, τα δύο αδέλφια αναγκάστηκαν να χωριστούν, από τη στιγμή που ο Γιώργος έπρεπε να ακολουθήσει τους καταδρομείς.  Ήταν τότε που οι αδελφοί Κολάνη ειδώθηκαν για τελευταία φορά, χωρίς να γνωρίζουν τι τους επεφύλασσε το μέλλον.  Ο Γιώργος και ο Αντρίκκος αποχαιρετίστηκαν και οι δρόμοι τους χώρισαν, όπως χώρισε τελικά και η μοίρα τους.    

Τα όσα ακολούθησαν στην Κύπρο είναι σε όλους γνωστά.  Λίγα μόλις εικοσιτετράωρα μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, οι Τούρκοι, επικαλούμενοι τη Συνθήκη Εγγυήσεως, εισέβαλαν στις 20 Ιουλίου στο νησί και το ποδοβολητό των βαρβάρων έφτασε στη Σαλαμίνα.  

Με το άκουσμα για συμφωνία εκεχειρίας μετά από τη διαμεσολάβηση του ΟΗΕ, ο πατέρας του Γιώργου, Παντελής, κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες, παρά τη σύγχυση και τον πανικό που επικρατούσε, για να μάθει που βρίσκονταν τα παιδιά του.  Αφού έψαξε μάταια στην Αμμόχωστο, αποφάσισε να πάει στη Λευκωσία και συγκεκριμένα στο στρατόπεδο της 31ης Μοίρας Καταδρομών στην Αθαλάσσα, με την ελπίδα πως θα βρει εκεί το Γιώργο.  Πλησιάζοντας στην πύλη, ζήτησε να δει το γιο του που εμφανίστηκε πράγματι μετά από πολλή ώρα, αισθητά κουρασμένος, σκονισμένος και καταϊδρωμένος, αφού, όπως του εξομολογήθηκε, είχε να λουσθεί από την ημέρα που έφυγε από το σπίτι τους.  Η εικόνα του Γιώργου έκανε τον πατέρα του να τον εκλιπαρεί να φύγουν, ωστόσο εκείνος αρνείτο πεισματικά, λέγοντας: «Δεν ήρθα για να φύγω, αν ήταν για να φύγω, δεν θα ερχόμουν καθόλου.  Αν εγώ φύγω, ο άλλος φύγει, τότε ποιος θα μείνει να υπερασπιστεί αυτόν τον κακόμοιρο τόπο;»  Ακούγοντας τον ο πατέρας του, είχε καταλάβει πως δεν μπορούσε να τον μεταπείσει και έφυγε, χωρίς τελικά να καταφέρει να τον ξαναδεί ποτέ, παρά μόνο στα όνειρα και στις σκέψεις του.  

Ο μακαριστός Παντελής Κολάνης μαρτύρησε ότι στη συζήτηση που είχε με το γιο του στην πύλη του στρατοπέδου, ο Γιώργος του ανέφερε ότι με άλλους καταδρομείς είχαν μεταφερθεί από το Βαρώσι σε κάτι ξεροβούνια στην περιοχή του Δικώμου, από όπου πλαγιοκοπούσαν το Κιόνελι, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την ΕΛΔΥΚ που μαχόταν να κάμψει την αντίσταση της ΤΟΥΡΔΥΚ, διαλύοντας από τη μια τον τουρκοκυπριακό θύλακα της περιοχής και προστατεύοντας από την άλλη το αεροδρόμιο της Λευκωσίας.  Αυτό κρίθηκε αναγκαίο από τη στιγμή που για τους επίστρατους καταδρομείς ήταν φύσει αδύνατον να φτάσουν στη δική τους μονάδα που είχε εντολή να κινηθεί μέσω των τουρκικών χωριών Φόττα και Πιλέρι, για να ανέβει στον Πενταδάκτυλο και να καταλάβει το Κοτζιά Καγιά, από το οποίο οι Τούρκοι ήλεγχαν τη βόρεια είσοδο της διάβασης Λευκωσίας – Κερύνειας.  

Με την έναρξη της εκεχειρίας οι επίστρατοι καταδρομείς που δρούσαν στην περιοχή Δικώμου συγκεντρώθηκαν έξω από το χωριό Συγχαρί, εκεί όπου οι περισσότεροι εντάχθηκαν στην εφεδρική 34η Μοίρα Καταδρομών.  Ο διοικητής της Μοίρας αυτής διαπίστωσε την έλλειψη έξι ανδρών και για αυτό κάλεσε τον Γιώργο Κολάνη μαζί με άλλους πέντε επίστρατους καταδρομείς να ενταχθούν στη Μοίρα του.  Ωστόσο ο Κολάνης αρνήθηκε πεισματικά να ενταχθεί στην εφεδρική Μοίρα, γιατί ήθελε να ενσωματωθεί στην 31η Μοίρα Καταδρομών, στην οποία είχε υπηρετήσει την θητεία του.  Επιθυμούσε άλλωστε να είναι στο πλευρό των παλιών συναδέλφων και φίλων του.  Τελικά μεταφέρθηκε στην Αθαλάσσα και αφού ενσωματώθηκε στην 31η Μοίρα Καταδρομών, εκτελούσε καθήκοντα κουρέα μέχρι που το μεσημέρι της 31ης Ιουλίου άκουσε τη σειρήνα του στρατοπέδου να ηχεί.  Μέσα σε μισή ώρα η 31η Μοίρα Καταδρομών, στην οποία υπαγόταν, βρέθηκε πλήρως εξοπλισμένη, εκτός του στρατοπέδου, στο δρόμο για τη Μόρφου.   Ας σημειωθεί ότι οι καταδρομείς ντύθηκαν με στολή που δεν έφερε τα διακριτικά των Καταδρομών, επειδή κυκλοφορούσε η πληροφορία ότι οι αιχμάλωτοι καταδρομείς εκτελούνταν επί τόπου από τους Τούρκους.  Η εντολή που έλαβαν ήταν να κινήσουν προς τα Πάναγρα, για να αντικαταστήσουν το 281ο Τάγμα Πεζικού που ήλεγχε το πέρασμα της Βασίλιας, έτσι ώστε η αμυντική διάταξη να δώσει τη θέση της σε μια καθαρά επιθετική μονάδα, εκπαιδευμένη στις γρήγορες καταδρομικές επιθέσεις.  Οι καταδρομείς έφτασαν τελικά στα Πάναγρα, ακολουθώντας τη διαδρομή Αστρομερίτη, Αγίας Μαρίνας, Μύρτου και παρά την ταλαιπωρία και την κούραση, ξεχύθηκαν από τα φορτηγά, έτοιμοι για την αντικατάσταση και τη δημιουργία χαρακωμάτων, όπως προνοούσε άλλωστε το σχέδιο δράσης.  Ο Κολάνης βάσει σχεδίου υπαγόταν στον 12ο λόχο που στη συγκεκριμένη επιχείρηση θα τελούσε ως εφεδρεία και γι’ αυτό έλαβε θέση λίγο πιο πίσω.     

Το μεσημέρι της 1ης Αυγούστου οι καταδρομείς διατάχθηκαν να στείλουν ένα λόχο από τα Πάναγρα, για να ενισχύσει το 316ο Τάγμα Πεζικού που αμυνόταν στο ύψωμα Κυπαρισσόβουνος.  Την αποστολή αυτή ανέλαβε να εκτελέσει ο λόχος του Κολάνη που λειτουργούσε ως εφεδρεία.  Έτσι τα πενήντα παλικάρια που αποτελούσαν το 12ο λόχο με επικεφαλής τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Βαρναβίδη, λόγω κωλύματος του μόνιμου Ελλαδίτη αξιωματικού, ανέβηκαν σε τρία φορτηγά, μεταφερόμενα σε άγνωστο προορισμό.  Στη διαδρομή πολλοί από τους καταδρομείς διερωτούνταν για την επόμενη στάση τους, αλλά κανείς δεν μπορούσε με βεβαιότητα να απαντήσει, παρά μόνο ο Κολάνης που χάρη στην ωριμότητα και τη διορατικότητά του είχε δηλώσει, σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων συμπολεμιστών του: «μας πάνε για να σκοτωθούμε».  

Σε κάποιο σημείο στην κοιλάδα μεταξύ των υψωμάτων Κόρνος και Κυπαρισσόβουνος, οι καταδρομείς συνάντησαν τον Ταγματάρχη του 316ου  Τάγματος Πεζικού, ο οποίος τους οδήγησε στο σημείο όπου αμυνόταν το τάγμα.  Κατά τη διάρκεια της πορείας τους συνάντησαν μπροστά τους μόνο δύο στρατιώτες και ένα καταζητούμενο μέλος της ΕΟΚΑ Β΄ που έδειχναν να μην ήξεραν ούτε που βρίσκονταν, ούτε τι συνέβαινε γύρω τους.  Δεν συνάντησαν ωστόσο το ίδιο το τάγμα πεζικού που θα πρέπει να είχε οπισθοχωρήσει ατάκτως.     

Εν τω μεταξύ είχε βραδιάσει και ο λόχος του Κολάνη κατέληξε στη βορειοανατολική πλευρά του Υψώματος 1023, σε ένα σημείο κατάσπαρτο από ογκώδεις βράχους, με αρκετά πεύκα και κυπαρίσσια, ιδανικό για κάλυψη το βράδυ, παρόλα αυτά άγνωστο για αυτούς.  Αφού πήραν μιαν ανάσα στο σημείο αυτό, οι πενήντα περίπου καταδρομείς ακροβολίστηκαν με το μέτωπο στα ανατολικά και παρέμειναν ταμπουρωμένοι κατά τη διάρκεια της νύχτας πίσω από τους βράχους, για να καλύψουν αποτελεσματικότερα την περιοχή.   Η επόμενη μέρα, Παρασκευή 2 Αυγούστου, τους βρήκε χαράματα να γίνονται στόχος βλημάτων όλμων που έσκαγαν για αρκετή ώρα από πάνω τους.  Την κατάσταση αυτή διαδέχθηκε η εμφάνιση ενός πολυάριθμου ασκεριού Τούρκων που βάδιζε ακροβολισμένο, επειδή προφανώς δε βρήκε αντίσταση στη μέχρι εκείνη τη στιγμή πορεία του.  Μπροστά στη θέα του εχθρού ο Κολάνης και οι υπόλοιποι άνδρες του 12ου λόχου παρέμειναν ψύχραιμα ταμπουρωμένοι πίσω από τους βράχους και περίμεναν τον εχθρό να μπει μέσα στο δραστικό βεληνεκές των όπλων τους.  Στον κατάλληλο χρόνο τα καινούργια τυφέκια FN που κρατούσαν οι θαρραλέοι καταδρομείς ξέρασαν καυτό μολύβι στα κορμιά των Τούρκων που είχαν αιφνιδιαστεί και ως εκ τούτου είχαν τραπεί σε φυγή.  

Μετά την υποχώρηση των Τούρκων, επετεύχθη η αναπτέρωση του ηθικού των στρατιωτών αλλά και η αναδιοργάνωσή τους, μιας και οι καταδρομείς φαίνονταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν με όποια μέσα είχαν στη διάθεσή τους και να αποθάνωσιν ενδόξως αγωνιζόμενοι.  Μετά από λίγο, βέβαια, οι Τούρκοι επανήλθαν δριμύτεροι.  Ο λόχος του Κολάνη όμως είχε ήδη πάρει την απόφασή του και έτσι, όταν οι Τούρκοι πλησίασαν αρκετά, οι καταδρομείς τους βάρεσαν με όλα τα μέσα που διέθεταν.  Πάνω στην πανωλεθρία του, ο εχθρός δεν αντιστάθηκε, αλλά τράπηκε σε φυγή, και ήταν αυτό ευτύχημα για τους καταδρομείς, γιατί εκτός από την έλλειψη υποστήριξης βαρέως οπλισμού, τα πολυβόλα FN Mag πάθαιναν συνέχεια εμπλοκή, αφού οι ταινίες τροφοδοσίας των πυρομαχικών δεν ήταν οι κατάλληλες.    

Σύντομα ακολούθησε και τρίτο κύμα επίθεσης των Τούρκων με τη μάχη μεταξύ των στρατιωτών να αγριεύει και τις βολίδες να βουίζουν γύρω τους, σαν το οργισμένο μελίσσι που ψάχνει να φαρμακώσει εκείνον που το πείραξε.  Οι όλμοι των Τούρκων έσκαγαν συνεχώς, ρίχνοντας καυτό σίδερο πάνω από τα κεφάλια των καταδρομέων κατά τα διαστήματα υποχώρησης του εχθρού.  Οι κάνες πυρακτώνονταν, μα οι καταδρομείς συνέχιζαν αγέρωχοι να σπέρνουν τον θάνατο στον εχθρό που όλο και πλησίαζε.  Τότε άρχισαν να ρίχνονται χειροβομβίδες και η μάχη γινόταν πια εκ του συστάδην.  Καταιγισμός πυρών, όλμοι, χειροβομβίδες, καπνογόνα, ριπές όπλων, βογκητά, ένα πολεμικό κομφούζιο περιέβαλλε τον Κολάνη και τους συναγωνιστές του που εκείνη την ώρα νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής.  Οι μαρτυρίες των επιζώντων αναφέρουν ενδεικτικά ότι ένας από τους καταδρομείς, αφού ξόδεψε τις χειροβομβίδες του, συνέχισε να πολεμά, ρίχνοντας πέτρες στους Τούρκους, μέχρι που ξαναπήρε το τουφέκι του.   Άλλος σημάδεψε και εκτέλεσε πρώτα τον Τούρκο αξιωματικό.  Άλλος πάλι ήρθε σε προσωπική εμπλοκή με Τούρκο στρατιώτη, επιτυγχάνοντας την εξόντωσή του.   

Ο Κολάνης, θαρραλέος και ατρόμητος καθώς ήταν, προωθήθηκε αρκετά την ώρα της μάχης, χωρίς να τον σκιάζει η φοβέρα του εχθρού, σαν πως και ήθελε να είναι ο πρώτος που θα έδιωχνε τον εχθρό από την πατρώα γη.  Κατά τη διάρκεια της μάχης, ένας ηρωικός λοχίας, ο Χριστάκης Μηνά, δέχθηκε την εχθρική σφαίρα που του τρύπησε το κράνος και τον τραυμάτισε σοβαρά στο κεφάλι.  Ο τραυματισμένος λοχίας έπεσε σε έναν βράχο, φωνάζοντας βοήθεια.  Ένας εκ των συμπολεμιστών του έσπευσε να τον βοηθήσει, ωστόσο ο Κολάνης τον παρακίνησε να μείνει στη θέση του, επειδή ο ίδιος θα βοηθούσε τον Μηνά, κρίνοντας πως η θέση του ήταν καταλληλότερη για την παροχή άμεσης βοήθειας στον τραυματισμένο λοχία.  Για αυτό φώναξε στους υπόλοιπους να τον καλύψουν, για να βοηθήσει τον πεσμένο καταδρομέα.  Μέσα σε εκείνη την κόλαση πυρός και παρά τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις των συναδέλφων του να μην πάει, ο Κουρέας με αντρειοσύνη και αλτρουισμό, σαν άλλος αετός πέταξε με γενναιότητα και αυταπάρνηση προς βοήθεια του αιμόφυρτου λοχία και έδωσε έτσι υπόσταση στο στίχο του ποιητή: «η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα».  Ο Κολάνης πρόλαβε και σήκωσε τον πεσμένο λοχία, όμως οι ριπές των όπλων γύρω του ήταν αδυσώπητες και δεν του έδωσαν κανένα περιθώριο αντίστασης στην αθανασία.  Μια ριπή πολυβόλου πενήντα χιλιοστών του άνοιξε τον θώρακα και τον σκότωσε.  Πέφτοντας ο γενναίος Κουρέας, έκανε ασπίδα το ματωμένο του κορμί, για να προστατεύει αιώνια το νεκρό συμπολεμιστή του, επαληθεύοντας το αρχαίο ρητό «Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις».  Ο Κολάνης, ένας «αριστερός» και ο Μηνά, ένας «δεξιός», πορεύθηκαν αγκαλιασμένοι προς την αθανασία, αποδεικνύοντάς μας περίτρανα τι σημαίνει αγνός πατριωτισμός και συναδελφική αλληλεγγύη. 

Λίγο αργότερα μια σφαίρα χτύπησε τον ανθυπολοχαγό Παναγή Μιχαήλ που μαχόταν μερικά μέτρα πιο πάνω, ρίχνοντας τον κάτω.  Ο 12ος λόχος της 31ης Μοίρας Καταδρομών μετά την απώλεια του ανθυπολοχαγού και υπό την πίεση και την υπεροπλία του εχθρού, προσπάθησε να ζητήσει ενισχύσεις και πυρομαχικά από το χαμένο στα όρη τάγμα πεζικού.  Αφού όμως δε βρήκε ανταπόκριση στο κάλεσμά του, αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφήνοντας πίσω τα άψυχα σώματα των ανδρείων μελών του όλη τη μέρα να λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο, για να ποτίζουν με το αίμα τους τον καμένο Πενταδάκτυλο.  

Η μάχη του Κυπαρισσόβουνου προκάλεσε μεγάλες απώλειες στους Τούρκους που λύσσαξαν και συνέχισαν να πολεμούν τους νεκρούς ήρωες, ακόμη και μετά το τέλος της μάχης.  Σύμφωνα με τα ευρήματα της διαδικασίας ταυτοποίησης των οστών, τα πτώματα των τριών ηρώων, Κολάνη, Μηνά και Μιχαήλ, διαμελίστηκαν πολύ πιθανόν από έκρηξη που ακολούθησε, όπως άλλωστε μαρτυρούν τα στοιχεία που έχουν καταχωρηθεί στους φακέλους των τριών ανδρών που σημειώνουν την πτώση βλήματος όλμου πάνω τους.  Οι συμπολεμιστές των τριών ηρώων δεν επιβεβαιώνουν αυτή την πληροφορία, καθώς δε θυμούνται την προαναφερθείσα έκρηξη στην περιοχή κατά τη διάρκεια της μάχης, ούτε κατά την σύμπτυξη και υποχώρησή τους, μετά τον τερματισμό της μάχης.  Τα αποτελέσματα της ταυτοποίησης αποδεικνύουν ωστόσο ότι τα οστά και των τριών ηρώων βρέθηκαν ανάμικτα και όλα στο ίδιο σημείο, γεγονός που δηλώνει τη μεταφορά του άψυχου σώματος του νεκρού ανθυπολοχαγού Μιχαήλ στο σημείο θανάτου των Μηνά και Κολάνη.  





Πᾶνε λεβέντες, πᾶνε κορμιὰ 

κι ἄγνωστα τά ῾θαψαν στὴν ἐρημιά.  

[…]

Ἀνώνυμ᾿ ἥρωες, ἄγνωστοι τάφοι,  

κανένας ὄνομα σ᾿ αὐτοὺς δὲ γράφει,  

μήτε τὸ χῶμα τοὺς φιλοῦνε χείλη,  

σταυρὸ δὲν ἔχουνε, μήτε καντῆλι.                                                                                   Οι Ήρωες (Γεώργιος Σουρής) 


Θα πρέπει να ήταν λίγο πριν τις 10:00 το πρωί της Παρασκευής, στις 2 Αυγούστου 1974, όταν κάτω από μια άγρια ελιά  με μια ριπή στο στήθος, ο ηρωικός Κουρέας, ο Γιώργος Παντελή Κολάνης, πέρασε στο πάνθεο των αθανάτων.  Το σκηνικό του τάφου του;    

Ελιόκλωνο κι αγιόκλημα στης θάλασσας την άκρη  

μετράς τον πόθο με όνειρο, το χρόνο με το δάκρυ.  

[…]  

Κι αυτό το χώμα που άνθιζε χαμόγελα στο φως σου  

ανέμοι το σκορπίσανε λυγμό στο πρόσωπό σου.                                      Μαρτυρία (Άνθος Λυκαύγης)  


Πίσω στη Δερύνεια, οι συγγενείς  μάταια περίμεναν τον Γιώργο, αν και μέσα από κάτι μισόλογα κατάλαβαν πως δεν θα έβλεπαν ποτέ ξανά το σεμνό τους παλικάρι.  Ο στοργικός πατέρας περίμενε σκυφτός κι η μάνα προσδοκούσε μιαν ελπίδα, μια λέξη, ένα γράμμα … μα  …  

βαρύ και ασήκωτο το γράμμα του,  

είναι, φαίνεται, που γονατίζει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο.  

                                                                                            3ο Γράμμα στη Μητέρα (Κώστας Μόντης) 


 

Παρά την ένδοξη και ηρωική του θυσία, ο Γιώργος Κολάνης εξακολουθούσε να είναι καταχωρημένος στον κατάλογο των Κυπρίων αγνοουμένων.  Η ταυτοποίηση των οστών του, όπως και των Χριστάκη Μηνά και Παναγή Μιχαήλ, έγινε γνωστή στις οικογένειές τους στα μέσα Νοεμβρίου του 2015.  Ο Γιώργος Κολάνης ετάφη το Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016, προς αιωνίαν δόξαν στα σπλάχνα της γης που τον γέννησε, με την πολιτεία και τους συγχωριανούς του να του αποδίδουν τις πρέπουσες τιμές, επισφραγίζοντας έτσι την περηφάνια της Δερύνειας που γέννησε αυτόν τον γενναίο ήρωα.   

Ενσυνειδήτως και καθηκόντως πρέπει να αποδίδουμε στον Γιώργο Κολάνη τιμές ανάλογες του ηρωισμού και της ανδρείας του, κάνοντας τη θυσία του λάβαρό μας.  Ας μην επιτρέψουμε στη λήθη να σκεπάσει το όνομά του και να σβήσει με τον τρόπο αυτό ένα κομμάτι από το παρελθόν μας.  Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνουμε και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον των παιδιών μας που έχουν ανάγκη από αυθεντικούς και τιμημένους ήρωες.  

Κλείνοντας, θα θέλαμε  να υπενθυμίσουμε πως η παρουσίαση αυτή, στηριζόμενη κυρίως σε μαρτυρίες των συμπολεμιστών του Κολάνη, αυθεντικών μαρτύρων της θυσίας του, προσπάθησε να προσδώσει τις πραγματικές διαστάσεις της ηρωικής θυσίας του Γιώργου Κολάνη και να βοηθήσει, ώστε η ηρωική δράση του γενναίου Κουρέα να βγει ενδόξως από την αφάνεια, για να καταξιωθεί ο θαρραλέος ήρωας πρωτίστως στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων.  

Καταδρομέα Κολάνη, βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.  


Το ιστορικό της θυσίας του ήρωα της Δερύνειας, Γιώργου Κολάνη, εκτυπώθηκε με τη συγκατάθεση της οικογένειάς του και την έγκριση των συμπολεμιστών του.


Έρευνα, Συγγραφή:  Βίκτωρας Καραγιάννης  

Επιμέλεια, Φιλολογική Απόδοση:  Κωνσταντία Φιλίππου 


Comments

Popular posts from this blog

Το Ναυάγιο του SS Porlock Hill

Το Ναυάγιο του SS Porlock Hill : Μια Ιστορική, Τεχνική και Επιχειρησιακή Ανάλυση (Δερύνεια, 1951) Περίληψη ( Abstract ): Η παρούσα έκθεση εξετάζει το ναυάγιο του βρετανικού πλοίου τύπου Liberty , SS Porlock Hill , το οποίο σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 1951 στις ακτές της Αμμοχώστου. Αναλύονται τα τεχνικά αίτια της δομικής αστοχίας, το γεωπολιτικό πλαίσιο, οι επιχειρήσεις διάσωσης και οι τοπικές μαρτυρίες για την περισυλλογή εμπορευμάτων και οπλισμού από τους κατοίκους της Δερύνειας και της Αμμοχώστου. 1. Ταυτότητα του Πλοίου και Τεχνικά Χαρακτηριστικά Πριν το συμβάν, το σκάφος αποτελούσε μέρος της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας της μεταπολεμικής περιόδου. Όνομα Πλοίου: SS Porlock Hill (Πρώην SS Sabik). Τύπος: Liberty Ship (γνωστά για τη μαζική παραγωγή τους κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο). Ιδιοκτησία: Counties Ship Management Co. Ltd. (Συμφερόντων Ρεθύμνη & Κουλουκουντή). Φορτίο: Άνθρακας, ξυλεία ( timber ), τρόφιμα και στρατιωτικό υλικό. Π...

Η Συγκλονιστική Συμβολή της Κύπρου και της Δερύνειας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

28η Οκτωβρίου: Το "ΟΧΙ" της Ελλάδας και η Συγκλονιστική Συμβολή της Κύπρου και της Δερύνειας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο Τιμούμε σήμερα την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, την ημέρα που η Ελλάδα είπε το μεγάλο "ΟΧΙ" απέναντι στο ιταλικό τελεσίγραφο, αποφασίζοντας να αντισταθεί στον φασισμό του Μουσολίνι και στον ναζισμό του Χίτλερ. Ενώ η βύθιση του Αντιτορπιλικού «Έλλη» τον Αύγουστο του 1940 δεν στάθηκε ικανή αιτία πολέμου για την τότε κυβέρνηση Μεταξά, το τελεσίγραφο λίγους μήνες αργότερα δεν άφησε περιθώρια. Ο Ελληνικός λαός κλήθηκε να υπερασπιστεί την πατρίδα στο Αλβανικό Μέτωπο. Ωστόσο, η Κύπρος, ως Βρετανική Αποικία, είχε ήδη μπει στον πόλεμο νωρίτερα, στις 3 Σεπτεμβρίου 1939 , μόλις η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία. Η Μαζική Συμμετοχή και το Κυπριακό Σύνταγμα Η απόφαση των Ελλήνων να αντισταθούν βρήκε τους Κυπρίους ενεργούς, με την κατάταξη να ξεκινά ήδη από τον Οκτώβριο του 1939. Οι χιλιάδες Κύπριοι που εντάχθηκαν στον Αγ...

«Στη Δερύνεια παίζανε βόλεϊ πριν καν εφευρεθεί το άθλημα: Η ιστορία μιας μεγάλης παράδοσης»

Από τον «Βουνό» της Δερύνειας στην Παγκόσμια Αθλητική Σκηνή: Μια Ιστορική Αναδρομή της Πετοσφαίρισης Εισαγωγή Η ιστορία της πετοσφαίρισης (βόλεϊ) συχνά διδάσκεται ως ένα γραμμικό χρονικό που ξεκινά από τις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο, μια βαθύτερη έρευνα στα αρχεία της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα της Κύπρου, αποκαλύπτει μια πιο σύνθετη εικόνα. Η εξέλιξη του αθλήματος στη Δερύνεια και την ευρύτερη επαρχία Αμμοχώστου αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα πολιτισμικής ανταλλαγής, κοινωνικής ανθεκτικότητας και εθνικής ταυτότητας. 1. Οι Πρωτόγονες Απαρχές: Ο «Βουνός» της Δερύνειας (1880) Πριν ο William G . Morgan καταγράψει τους επίσημους κανόνες του " Mintonette " το 1895, οι σπόροι ενός παρόμοιου αθλήματος είχαν ήδη φυτευτεί στην Κύπρο. Το καλοκαίρι του 1880, το 2ο Τάγμα των Lancashire Fusiliers υπό τον Αντισυνταγματάρχη John Davis , κατέφυγε στην τοποθεσία «Βουνός» στα υψώματα της Δερύνειας για να προστατευτεί από τη μαλάρια, τον διαβόητο ...