Η Δερύνεια την περίοδο
που θα αναφερθούμε, ήταν ένα μικρό γεωργικό χωριό των 950 κατοίκων.
Οι δρόμοι του χωριού
ήταν χωμάτινοι και σκοτεινοί το βράδυ, αφού δεν υπήρχε το ηλεκτρικό.
Οι άνθρωποι κινούνταν
περπατητοί, καβάλα σε γαϊδούρι, ή με αμάξια που τα έσερναν ζώα. Βόδια και ημίονοι.
Τα σπίτια ήταν φτωχικά,
χωρίς νερό και ρεύμα. Το νερό το προμηθεύονταν με κανάτες από το πηγάδι της γειτονιάς.
Υπήρχαν τέσσερα τέτοια πηγάδια σε όλο το χωριό.
Το καντήλι ήταν η
πηγή φωτός και υπό το φως του διάβαζαν, κεντούσαν, υφαίναν, έκαναν όλες τις ασχολίες
του σπιτιού νυχτιάτικα.
Αν και υπήρχε ένα
Δημοτικό Σχολείο στο χωριό, αρκετά παιδιά δεν φοιτούσαν, αφού οι γονείς τους είχαν
ανάγκη την βοήθεια τους, για τις δουλειές του σπιτιού τα κορίτσια και στους αγρούς
ή τα κοπάδια τα αγόρια.
Η δεκαετία του 30
ήταν μια δύσκολη περίοδος για την Κύπρο και τους ανθρώπους της. Ήταν η περίοδος
της Δικτατορίας του Palmer. (η Παλμεροκρατία όπως έμεινε γνωστή) χρόνια ταραγμένα, δύσκολα, πονεμένα.
Οι άνθρωποι ζούσαν
μέσα στη φτώχια και την μιζέρια, τα παιδιά δεν είχαν την άνετη και ανέμελη ζωή.
Δεν είχαν γνώση, δεν είχαν γρόσι.
Αυτό ήταν το κλίμα
της εποχής εκείνης στο χωριό μας. Είναι μέσα σε αυτό το κλίμα που βίωναν την καθημερινότητα
τους οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα
γιόρταζαν και τις αποκριές όπως θα τις δούμε στη συνέχεια.
Η περίοδος των αποκριών
άρχιζε την Τσικνοπέμπτη όπως και σήμερα.
Τότε όμως η μέρα
αυτή, δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο, εκτός από την θρησκευτική της σημασία. Ήταν
μια κοπιαστική συνηθισμένη μέρα, με τις δουλειές στα χωράφια και στα κοπάδια.
Ήταν μια μέρα που
η διαφορά της ήταν μόνο στο φαγητό, για εκείνους που είχαν το κάτι παραπάνω.
Τσίκνιζαν ψήνοντας
παστά και λουκάνικα, κάποιοι πιο φτωχοί έψηναν παστά σπουργίτια που διατηρούσαν
σε λίπος όπως διατηρούσαν τα παστά και τα λουκάνικα. Έπιναν και λίγο κόκκινο γλυκόπιοτο
κρασί εις υγεία.
Την Παρασκευή
στον εσπερινό των Ψυχών, αλλά και το Σάββατο το πρωί, πήγαιναν στην εκκλησία
για να προσευχηθούν και να μνημονεύσουν τους πεθαμένους τους, αλλά και για να φάνε
κόλλυβα να χορτάσουν την πείνα τους.
Την Κυριακή της
Απόκρεω, μετά τον εκκλησιασμό, τα αγόρια ντύνονταν με παλιά κοριτσίστικα φορέματα
και καλύπταν το πρόσωπο τους με μια χάρτινη αυτοσχέδια μάσκα. Κρατώντας μια μαγκούρα
στο χέρι, γυρόφερναν τους χωμάτινους δρόμους του χωριού, φοβερίζοντας τα άλλα παιδιά
και όποιον άλλο έβρισκαν μπροστά τους.
Οι γυναίκες στο σπίτι
ετοίμαζαν τα φαγητά για το αποκριάτικο τραπέζι. Καπαμά συνήθως.
Το βράδυ μαζεύονταν
σε κάποιο συγγενικό σπίτι, όπου η κάθε οικογένεια έπαιρνε μαζί της το φαγητό
και το κρασί. Έτρωγαν και έπιναν όλοι μαζί στο ίδιο γιορτινό τραπέζι.
Την επόμενη μέρα άρχιζε
η αποχή από το κρέας.
Την Κυριακή της Τυροφάγου
(Τυρινής) τα παιδιά έβγαιναν και πάλι μασκαρεμένα στους δρόμους, άλλα επισκέπτονταν
και φιλικά ή συγγενικά σπίτια και οι ένοικοι προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν τους μασκαρεμένους
επισκέπτες. Μετά τα πειράγματα και τον σαματά, φίλευαν τα παιδιά με πορτοκάλια και εκείνα έφευγαν
ευχαριστημένα.
Το βράδυ μαζεύονταν
οικογενειακώς και πάλι, σε κάποιο συγγενικό σπίτι για διασκέδαση, τρώγοντας
ραβιόλες, χαλούμι, ρέγκες, αυγά, γιαούρτι και φρέσκα λαχανικά με τη συνοδεία γλυκόπιοτου
κόκκινου κρασιού.
Τραγουδούσαν και αστειεύονταν
μεταξύ τους. Όταν έμπαιναν σε κέφι, οι άνδρες ντύνονταν με γυναικεία ρούχα και
με καλυμμένο το πρόσωπο, πήγαιναν σε κάποιο φιλικό ή συγγενικό σπίτι στη γειτονιά,
για να πειράξουν τους παρευρισκόμενους που χαριεντίζονταν με τα χοντρά πειράγματα
τους.
Αφού γινόταν η αναγνώριση
των μασκαρεμένων τους φίλευαν με κρασί εις υγεία.
Οι μασκαρεμένοι επέστρεφαν
στο σπίτι και συνέχιζαν την διασκέδαση με αστεία και πειράγματα.
Πριν σηκώσουν το τραπέζι,
η νοικοκυρά έβραζε ένα αυγό σφικτό-ψημένο και το περνούσε με βελόνι πάνω σε μια
χοντρή κλωστή. Ο νοικοκύρης έδενε την κλωστή στην άκρια ενός καλαμιού και γυρόφερνε
το κρεμασμένο αυγό, πάνω από τα κεφάλια των παρευρισκομένων και ο κάθε ένας προσπαθούσε
να πιάσει το αυγό με το στόμα του.
Εκείνος που κατάφερνε να πιάσει το αυγό με το στόμα
του, εθεωρείτο ο τυχερός της βραδιάς.
Η «δακκανούρα»
όπως λεγόταν το παιχνίδι, σήμαινε και την λήξη της διασκέδασης.
Την Καθαρά Δευτέρα
μαζεύονταν από νωρίς σε κάποιο σπίτι και έτρωγαν πατάτες βραστές, παντζάρια, φρέσκα
λαχανικά και ελιές. Με αυτό τον τρόπο «έκοβαν την μούττη της Σαρακοστής» όπως έλεγαν.
Μετά το φαγητό,
οι άνδρες μασκαρεμένοι πήγαιναν στα αλώνια του Αγίου Μοδέστου στο κέντρο του χωριού
και συνέχιζαν την διασκέδαση με πειράγματα και πίνοντας γλυκό κόκκινο κρασί.
Οι γυναίκες αφού σήκωναν
το τραπέζι, πήγαιναν για να δουν και να χαρούν τους μασκαρεμένους άνδρες και τα
πειράγματα τους.
Η αποκριάτικη
διασκέδαση τέλειωνε με την δύση του ήλιου και οι χωριανοί επέστρεφαν στα σπίτια
τους περιχαρείς, για να ξεκουραστούν και να ετοιμαστούν για τον κάματο της
επόμενης μέρας.
Έτσι γιόρταζαν οι
πρόγονοι μας τις Απόκριες στο χωριό.
Φωτογραφία από το
«κόψιμο της μούττης της Σαρακοστής» την Καθαρά Δευτέρα του 1961.
Στο σπίτι του
παππού Ανδρέα και της γιαγιάς Χρισταλλούς Καραγιάννη δίπλα από τα αλώνια του
Αγίου Μοδέστου.
Το ξανθόμαλλο
αγοράκι στην αγκαλιά της μαμάς του, είναι ο γράφων.
Βίκτωρ
Καραγιάννης.
Comments
Post a Comment