Ο Κύριος εβαπτίσθη σήμερα.
Και εμείς κινήσαμε για την εκκλησία, για να προσευχηθούμε και να γιορτάσουμε την Άγια μέρα. Ήταν γύρω στις 6.30 το πρωί όταν εμείς εισήλθαμε στον ιερό χώρο. Αφού ρίξαμε τον οβολό μας στο παγκάρι και ανάψαμε κερί, οι γυναίκες έμειναν πίσω και εγώ κινήθηκα μπροστά καθώς ορίζει το έθιμο.
Η εκκλησία ήταν άδεια, μονάχα λιγοστές γριούλες έδιναν σκούρο τόνο στο ανοικτόχρωμο περιβάλλον.
Εγώ κάθισα μπροστά από μια μεγάλη κολόνα, για να μη ενοχλούμαι και να μη γίνω αιτία σκανδαλισμού των ψυχών του εκκλησιάσματος.
Σιγά σιγά τα στασίδια γέμισαν και η σχετική ηρεμία χάθηκε μέσα στο μουρμουρητό των μεγάλων και το τσίρισμα των μικρών. Το ρολόι κτυπούσε 8.30 όταν εισήλθε του ναού άνθρωπος Κυρίου. Αμέσως αντελήφθηκα τρεις επιτρόπους να παίζουν το ρόλο ταξιθέτη. Πήγαιναν πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, αλλά σκάμνος κενός δεν υπήρχε. Κάποιος ταπεινός τελώνης που καθόταν μπροστά παρεχώρησε τη θέση του στο Φαρισαίο. Οι επίτροποι ανάσαναν και πορεύθηκαν προς το παγκάρι, συνήθη χώρο αναμονής τους, αναλαμβάνοντας και πάλι το συνηθισμένο ρόλο της μέτρησης χρήματος.
Ένας από αυτούς, ο γηραιότερος, κοντοστάθηκε μπροστά μου λέγοντας. «Κάθονται οι νέοι και στέκονται οι γέροι».
Αμέσως οι πύλες της κολάσεως άνοιξαν για μένα. «Κύριε κλειδί στο στόμα μου» είπα και αμέσως αμέτρητες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου. Ποιοι είσαστε εσείς κύριοι που θα διδάξετε εμένα μαθήματα ηθικής;
Δεν το γνωρίζετε κύριοι, ότι όλοι ίσοι είμαστε, στο βλέμμα του Κυρίου; Θα με κατακρίνεται εσείς που για χρόνια τώρα παραχωρούσατε τη θέση δίπλα στον άμβωνα, στους μοιχούς και στους αβάπτιστους. Εσείς, που πήρατε τη αμαρτία και τη κάνατε αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλογήσατε.
Είναι παλιό το κόλπο να κάθονται οι γραμματείς και οι φαρισαίοι μπροστά, για να έχουν τη πλάτη στραμμένη στους ταπεινούς και στους φτωχούς που ζουν στη φτώχεια και στη μιζέρια.
Έστειλε ο Θεός και έδιωξε από μπροστά μου τον έξω από εδώ και με άφησε να ακούσω το εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου Σου Κύριε, με σχετική ευλάβεια.
Αφού ο Ιερέας προσευχήθηκε στο Θεό να ευλογήσει το ύδωρ και αφού έκανε την απόλυση, κινηθήκαμε όλοι μπροστά και αφού περάσαμε ένας ένας από τη κολυμβήθρα, πήραμε από ένα ποτηράκι αγιασμό. Εγώ δεν το ήπια. Προχώρησα πιο πέρα, προσκύνησα τα εικονίσματα του Χριστού και της Παναγίας και προσευχήθηκα να με συγχωρέσουν που αμάρτησα μέσα στη εκκλησία.
Βγαίνοντας έξω, συναντηθήκαμε όλη η οικογένεια και φύγαμε για το σπίτι. Όταν φθάσαμε, πρώτο μας μέλημα ήταν το πρόγευμα. Η αδελφή έστρωσε το τραπέζι, η μάνα έβρασε μερικά αβγά και εγώ έφτιαξα τις καπίρες.
Καθίσαμε οι τρεις μας στο τραπέζι για να φάμε το λιτό μας πρόγευμα. Από ένα αβγό, λίγο χαλούμι και λίγες ελιές. Προτού προλάβουμε να βάλουμε μια μπουκιά στο στόμα μια καλοκάγαθη γειτόνισσα ήρθε στη πόρτα. Κόπιασε να φάμε της φωνάξαμε όλοι με μια φωνή. Η γυναίκα μπήκε μέσα έχοντας κάτι τυλιγμένο, κάτω από τη μασχάλη της. «Μας έφερες πουλουστρένα για τα Φώτα», τη ρώτησα απορημένος. «Ναι» μου αποκρίθηκε και συνέχισε. «Το ξέρω ότι σου αρέσουν τα αρχαία κειμήλια, έτσι σου έφερα και εγώ αυτό, για να με μακαρίζεις καμιά φορά». Το πήρα και αφού την ευχαρίστησα το άνοιξα με πολλή αγωνία. Μια πιατέλα, φώναξα. « Έχει ωραίο κλαδί αλλά δεν είναι αρχαία, αυτή είναι και δεν είναι σαράντα χρονών».
«Ναι, αλλά αυτή η πιατέλα έχει τη δική της ιστορία» απάντησε η γειτόνισσα στρέφοντας το βλέμμα προς τη μάνα. Αυτή η ματιά κάτι κρύβει σκέφτηκα. Και αφού έστρεψα το βλέμμα προς τη μάνα, είδα το δάκρυ να τρέχει από τα μάτια, βρέχοντας τα κατακόκκινα μάγουλα της.
«Σταμάτα να κλαίεις και πες μας τι κρύβει πίσω της η πιατέλα αυτή». Η μάνα πήρε τη πιατέλα και αφού έριξε μια ματιά στο κάτω μέρος, μου είπε πάλι κλαίγοντας. «Τίποτα δεν κρύβει». «Έλα μάνα σταμάτα να κλαίς, σε αυτό το σπίτι οι γυναίκες γίνανε άνδρες και όλους μας στέρεψαν τα δάκρυα προτού ακόμη γεννηθούμε».
Η μάνα σκούπισε τα δάκρια, έσφιξε την καρδιά και την έκανε πέτρα, για να μπορέσει να μας πει το μυστικό που έκρυβε η πιατέλα αυτή.
«Να, ήταν τότε που έφυγε ο πατέρας και μας άφησε». Εγώ τη διέκοψα λέγοντας. «Άσε τον άνθρωπο στη ησυχία του. Ο άνθρωπος από χώμα έγινε και στο χώμα θα καταλήξει» και άφησα τη μάνα να συνεχίσει.
«Είχαμε δυο όρνιθες που γεννούσαν από ένα αβγό κάθε μέρα. Το ένα το τρώγαμε και το άλλο το φύλαγα. Όταν συμπλήρωνα δωδεκάδα τα πωλούσα για να αγοράσω πράγματα για το καινούριο μας φτωχικό. Έτσι με δώδεκα αβγά αγόρασα και τη πιατέλα αυτή. Όταν ο πατέρας πέθανε, Θεός αναπαύσει τη ψυχή του, εσύ ήσουνα δυο χρονών . Είχες και τέσσερα αδέλφια, το μεγαλύτερο δέκα χρονών. Έπρεπε να σας ταΐσω, να σας ντύσω και να πληρώσω και το σπίτι που χρωστούσαμε. Κάποια μέρα σου έλειψε το γάλα και έκλαιγες, πεινούσες και εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Η Θεια Πρόνοια με φώτισε και σκέφτηκα τη γειτόνισσα που ήταν κόρη παντρειάς. Πήρα λοιπόν τη πιατέλα και πήγα κοντά της. Αφού της εξήγησα το τι συνέβη τη παρακάλεσα να αγοράσει τη πιατέλα αυτή για προίκα. Αυτή δεκτηκε και μου έδωσε δέκα σελίνια. Εσύ θα πρέπει να ευγνωμονείς τη γυναίκα αυτή, γιατί αν δεν ήταν αυτή ποιος ξέρει; ίσως κατέληγες σε κανένα ορφανοτροφείο, αν όχι, μπορεί κάποια άλλη οικογένεια να σε χαιρόταν αυτή τη στιγμή».
Τα μάτια της βούρκωσαν πάλι και σταμάτησε τη διήγηση της.
Η γειτόνισσα που καθόταν μαζί μας αμίλητη αναστέναξε λέγοντας. «Είδατε φτώχεια που περάσατε εσείς και κακουχίες η μάνα σας. Θα πρέπει να τις φιλάτε τα πόδια που στάθηκε άξια και σας ανάγιωσε. Μα τώρα που μιλάμε για φτώχεια, μήπως ακούσατε αν δώσανε βοήθεια σε φτωχές οικογένειες τώρα τις γιορτές;»
Δεν ακούσαμε τίποτα της είπα εγώ και ρώτησα. «Μα υπάρχουν φτωχοί σε αυτό το χωριό; Οι πράξεις όλων μας άλλα δείχνουν, Δόξα το Θεό δουλειές υπάρχουν, το χρήμα ρέει άφθονο και είναι ακόμα άνθρωποι που θέλουν να λέγονται φτωχοί; Αλλά είναι γνωστό ότι πολλοί την ζητιανιά την κάνουνε επάγγελμα και σαν πεθάνουνε στη ψάθα αφήνουν στιβη τη χαρτούρα, βάζοντας τους κληρονόμους να τσακώνονται».
«Μα δεν ήπιες το δρόσο» με παρατήρησε η μάνα.
«Όχι, δεν θα τον πιω. Θα περιμένω να το πιώ όταν με αφήσουν οι πειρασμοί της κοινωνίας να διαβώ το στενό και δύσβατο μονοπάτι που φωτίζει ο Κύριος».
Βίκτωρ Καραγιάννης.

Comments
Post a Comment