https://youtu.be/K3a_rnR98KM?si=KyVLAd41yanibFTP
Στη Γαληνόπωρνη (Η γαλήνη της αυγής
ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ιστορία αυτή περιέχει πικρές αλήθειες που πιθανόν να ενοχλήσουν.
Αυστηρώς ακατάλληλο για μισαλλόδοξους και για όσους δεν αποδέχονται την αλήθεια των άλλων.
Το φετινό Πάσχα θέλησα να το περάσω στην τουρκοκρατούμενη Καρπασία, μαζί με Μωαμεθανούς συμπατριώτες μας που μιλούν ελληνικά και τους γνώρισα στην τελευταία μου επίσκεψη δυο – τρεις βδομάδες πριν.
Είχα μαζί μου και τον αδελφό μου σαν οδηγό, για να μπορώ με άνεση να βλέπω την διαδρομή και να χαζεύω την θέα γύρω μου.
Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί και πάνω στην ώρα του πρωινού καφέ βρεθήκαμε έξω από το σπίτι του Ερόλ στη Λυθράγκωμη, δίπλα από την εκκλησία της Παναγίας της Κανακαριάς.
Ο Ερόλ είδε το αυτοκίνητο μας που πέρασε στην αυλή του και με απορία μας πλησίασε. Όταν κατάλαβε ποιοι είμαστε, χαμογέλασε και φώναξε: Καλώς τους, πως από εδώ;
Αφού ανταποδώσαμε τον χαιρετισμό, του είπαμε πως γιορτάζαμε το Πάσχα και σκεφτήκαμε να του κάνουμε μια σύντομη επίσκεψη για καφέ. Ώ Χρόνια Πολλά! μας ευχήθηκε με ενθουσιασμό, πως εύχεστε το Πάσχα; Χριστός Ανέστη του είπαμε. Χριστός Ανέστη μας ευχήθηκε ο Ερόλ.
Κάτσαμε στην βεράντα του σπιτιού όπου την σκίαζαν τα δέντρα της αυλής. Εκεί καθόταν και η γυναίκα του, που λόγω ασθενείας είναι καθηλωμένη στο αναπηρικό. Την χαιρετίσαμε και μας είπε και εκείνη Χριστός Ανέστη.
Λόγω της κατάστασης της γυναίκας έχουν βοηθό από το Τουρκμενιστάν. Ο Ερόλ μας εξήγησε πως φέρνουν τις βοηθούς από το Τουρκμενιστάν, με το σκεπτικό ότι αυτές μιλούν τουρκικά αλλά είναι εντελώς διαφορετικά από την γλώσσα των Τουρκοκυπρίων και έτσι αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα επικοινωνίας. Η γλώσσα των Τουρκοκυπρίων λέγεται Οσμανλί μας εξήγησε ο Ερόλ.
(Δική μου παρένθεση, είναι μια διάλεκτος που προήλθε από τα τουρκικά της Οθωμανικής περιόδου που δεν βρίσκει χρήση στην σημερινή Τουρκία. Κάτι ανάλογο με την διάλεκτο των ελληνοκυπρίων που δεν γίνεται κατανοητή από τους υπόλοιπους Έλληνες)
Ο Ερόλ λοιπόν, είναι 75 χρόνων σήμερα συνταξιούχος αστυνομικός. Κατάγεται από την Κόσιη, αλλά η φτώχια ανάγκασε τους γονείς του να μετοικήσουν στη Λευκωσία όταν αυτός ήταν μικρό παιδί 5 χρόνων.
Μπήκε στην αποικιοκρατική αστυνομική δύναμη το 1953 και ακολούθως στη αστυνομία της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου εργάστηκε αρμονικά με χριστιανούς (ελληνοκύπριους) συναδέλφους του.
Λόγω της δουλειάς του και της μακρόχρονης συναναστροφής του με ελληνοκύπριους, ο Ερόλ μιλά πολύ καλά την ελληνική γλώσσα αλλά και την αγγλική.
Τα γεγονότα του 1964 τον βρήκαν να εργάζεται στο μικτό χωριό Πυργά της επαρχίας Λάρνακας. Είχε μαζί και την οικογένεια του.
Κάποιοι ελληνοκύπριοι συνάδελφοι του, τον πλησίασαν τότε και του είπαν πως θα έπρεπε να φύγει από το χωριό.
Να πάω πού τους ρώτησε, εργαζόμαστε μαζί τόσο καιρό, γιατί να φύγω;
Δεν κινδυνεύεις από εμάς του απάντησαν, αλλά θα έρθουν άλλοι και δεν ξέρουμε τι θα συμβεί.
Έτσι ο Ερόλ μάζεψε τα μπογαλάκια του και την οικογένεια του και έφυγε για την Λευκωσία όπου κλείστηκε για πάντα στου τουρκικούς θύλακες που δημιουργήθηκαν.
Μετά την συνταξιοδότηση του ο Ερόλ αγόρασε από άλλο Τουρκοκύπριο το σπίτι του παπά της Λυθράγκωμης, αλλά αυτό δεν τον σταματά από του να λέει πως το σπίτι δεν είναι δικό του, είναι του παπά της Κανακαριάς.
Στον Ερόλ παρόλο που μόνο πέντε χρόνια έζησε στη Κόσιη, του προκαλεί μεγάλη θλίψη που το χωριό του δεν υπάρχει ποια.
Μιλώντας με τον Ερόλ μαθαίνω, αλλά και θυμάμαι πράγματα και λέξεις ξεχασμένες όπως το τσιαϊκο για παράδειγμα ή και τους βαβάτσινους που μας έφερε φρεσκοκομμένους, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έφαγα, μάλλον από τότε που ήμουνα παιδί.
Αφού ήπιαμε τον καφέ μας και είπαμε τις κουβέντες μας, θελήσαμε να φύγουμε.
Ο Ερόλ μας σταμάτησε, περιμένετε μας είπε, έχω κάτι αυγά να σας δώσω και έτρεξε προς το κοτέτσι. Τον ακολουθήσαμε, θα είχε καμιά πενηνταριά πάπιες εκεί μέσα. Μάζεψε ο Ερόλ τα αυγά από την γύστη και μας τα έδωσε. Τρεις δωδεκάδες, ποιος να τα φάει. Αλλά δεν θα μπορούσαμε να πούμε όχι.
Αφού πήραμε τα αυγά και όσους βαβάτσινους έμειναν στο πιάτο, ευχαριστήσαμε τον Ερόλ και φύγαμε για τον Άγιο Συμεών.
Ο Άγιος Συμεών είναι ένα μικρό χωριό που οι κάτοικοι του μιλούν ελληνικά ως τις μέρες μας.
Στο κέντρο του χωριού υπάρχει ένα μικρό τζαμί που δεν φαίνεται παλιό, σίγουρα πριν το 74 κτισμένο.
Είπα στον αδελφό μου να κάναμε μια βόλτα μέσα στο χωριό ψάχνοντας για πιθανά απομεινάρια καμιάς παλιάς εκκλησίας. Δεν εντοπίσαμε τίποτα, συναντήσαμε όμως ένα βοσκό με το κοπάδι του, πλησιάσαμε και τον χαιρετίσαμε, μας μίλησε ελληνικά.
Μιλάς καλά ελληνικά του είπα.
Μιλούσα πολύ καλυτέρα αλλά τώρα φακκά λίγο η γλώσσα μου, απάντησε.
Πως και μιλάς τόσο καλά τα ελληνικά τον ρώτησα. Μα αφού οι γονιοί μας Ρωμαίικα μιλούσαν στο σπίτι, μου απάντησε.
Αν και στο πόδι, μιλήσαμε αρκετά. Θυμήθηκε παλιούς συναδέλφους του από το Βαρώσι.
Μας είπε πού δούλευε τότε και με ποιους. Παλιές καλές στιγμές, αξέχαστες.
Το χωριό σας το λέτε Άγιο Συμεών τον ρώτησα.
Ναι, έτσι το λεμέ, έτσι το λέγαμε πάντα.
Θυμάσαι να υπήρχε εκκλησία στο χωριό;
Δεν θυμάμαι αλλά οι παλιοί λέγανε πως στο χωριό μας υπήρχαν δυο εκκλησίες. Μια του Αγίου Συμεών εκεί που είναι το τζαμί και μια κοντά στο νεκροταφείο, εκείνη ήταν του Άη Γιώργη.
Δεν υπάρχει κάτι για να δεις εκεί, νομίζω πως ούτε οι γονιοί μας τις έφτασαν.
Αφήσαμε τον άνθρωπο να βόσκει τα πρόβατα του και φύγαμε για την Γαληνόπωρνη.
Στη διαδρομή ο νους μου δούλευε ασταμάτητα ψάχνοντας απάντηση, πως τα καταφέραμε.
Πριν φτάσουμε στην Γαληνόπωρνη βγαίνοντας του χωριού Κορόβια, είδαμε μια ενημερωτική πινακίδα με χάρτη. Βγήκαμε από τον δρόμο και σταματήσαμε για να τον μελετήσουμε.
Πίσω μας ένα αυτοκίνητο που ακολουθούσε κόρναρε και σταμάτησε δίπλα μας.
Θέλετε βοήθεια; Μια γυναικεία φωνή μας φώναξε.
Κοίταξα προς τα εκεί, μια ευπαρουσίαστη κυρία με τον σύζυγο της.
Τους χαιρέτησα. Θέλουμε να πάμε στη Νιτοβίκλα της αποκρίθηκα.
Μπα, μην πάτε. Είναι παλιός χωμάτινος ο δρόμος και θα ταλαιπωρηθείτε, μου είπε η γυναίκα.
Τότε θα πάμε στη Γαληνόπωρνη, της λέω.
Ακολουθήστε μας γιατί και εμείς εκεί θα πάμε, μου απάντησε.
Μένει η μάνα μου εκεί και πάμε να την δούμε.
Μόνο τότε κατάλαβα πως η κοπέλα που μου μιλούσε ήταν Τουρκάλα, αφού δεν πρόσεξα πιο πριν τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκίνητου τους.
Μπορώ να έρθω να γνωρίσω την μαμά σου, την ερώτησα.
Βεβαίως να έρθεις, να πιούμε και καφέ να γνωριστούμε, είπε.
Μπήκαμε ξοπίσω και ακολουθούσαμε. Ο δρόμος από την Κορόβια καταλήγει στο Ριζοκάρπασο, σε κάποιο σημείο όμως θα έπρεπε να στρίψουμε αριστερά για Γαληνόπωρνη.
Εκεί πάνω στη στροφή, το προπορευόμενο αυτοκίνητο σταμάτησε.
Τι να έγινε λέω, δεν συνεννοηθήκαμε σωστά, ή άλλαξαν γνώμη;
Αποκλείετε να μην συνεννοηθήκαμε αφού η κοπέλα μιλά άπταιστα ελληνικά.
Σταματήσαμε δίπλα τους. Ήθελαν να μας πουν πως στον λόφο απέναντι είχαν γίνει ανασκαφές και πως βρήκαν κάποια αρχαία αν θέλαμε να μας πήγαιναν να τα δούμε.
Μια άλλη φορά τους είπα, θα προτιμούσα να δω την μαμά σας τώρα.
Έτσι συνεχίσαμε την διαδρομή για να φτάσουμε σε ένα μικρό σπιτάκι κάπου στο κέντρο του χωριού.
Μπήκαμε μέσα. Μια λεπτοκαμωμένη γριούλα ντυμένη παραδοσιακά καρπασίτικα καθόταν στο κρεβάτι της.
Η κοπέλα χαιρέτισε την μάνα της στα τούρκικα αλλά στη συνέχεια μίλησε ελληνικά μαζί της.
Αφού συστηθήκαμε, η κοπέλα μπήκε στην κουζίνα για να ετοιμάσει τον καφέ και εμείς κάτσαμε κοντά στη γριούλα περιμένοντας.
Κτύπησε το τηλέφωνο και η γριούλα φώναξε:
Ατιέ, έλα απάντα το τηλέφωνο να δούμε ποιος είναι.
Η Ατιέ βγήκε από την κουζίνα για να απαντήσει το τηλέφωνο. Μίλησε στα τούρκικα.
Είναι μια φίλη μου από την Αμμόχωστο και θα έρθει να μας δει, είπε στη μάνα της μιλώντας ελληνικά.
Μου φάνηκε παράξενο αλλά δεν είπα τίποτα μην φανώ αγενής.
Πίναμε τον καφέ μας όταν ένα άγνωστο αυτοκίνητο σταμάτησε στο ξεπόρτι.
Ποιος είναι, ρώτησε η γριούλα.
Είναι άγνωστο το αυτοκίνητο, δεν είναι της φίλης μου, απάντησε η Ατιέ.
Ήταν δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι, ένας άνδρας και μια γυναίκα.
Μπήκαν μέσα και χαιρέτησαν στα τούρκικα.
Ήταν ξαδέλφια της γριούλας.
Αφού συστηθήκαμε έκατσαν δίπλα μου.
Μιλούσαν την κυπριακή διάλεκτο με καρπασίτικη προφορά. Όση ώρα μιλούσε ο άνδρας, μου θύμιζε τον γείτονα μου τον Πασχάλη από τον Άγιο Ανδρόνικο, καμιά διαφορά.
Η Ατιέ τους εξήγησε πως έχουν βοηθό για να φροντίζει την γριούλα αλλά δεν εργαζόταν Κυριακή, έτσι ήταν εκτός σπιτιού εκείνη την ώρα.
Από πού είναι η βοηθός σας την ρώτησα.
Από το Βιετνάμ.
Γιατί δεν φέρατε κάποιαν από το Τουρκμενιστάν όπως φέρνουν και άλλοι.
Η Ατιέ γέλασε και μου είπε: η μάνα μου μόνο ελληνικά μιλά, λίγα τούρκικα που ξέρει τώρα τελευταία τα έμαθε, έτσι ζητήσαμε να μας βρουν κάποια που να μιλά ελληνικά για να μπορεί να εξηγείτε μαζί της.
Σας άκουγα που μιλούσατε ελληνικά μεταξύ σας της είπα, αλλά νόμιζα πως το κάνατε από ευγένεια για να σας καταλαβαίνουμε.
Όχι, σε αυτό το χωριό ακόμα και τα μωρά μιλούν ελληνικά, τα τούρκικα τα μαθαίνουμε στο σχολείο. Όσοι δεν πήγαν σχολείο δεν ξέρουν τούρκικα.
Μιλήσαμε για διάφορα, για τις οικογένειες μας, για τα ενδιαφέροντα μας και πολλά άλλα.
Στην Ατιέ και τον σύζυγο της αρέσουν οι εκδρομές και τα ταξίδια. Πήγαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για διακοπές.
Πήγαν και στη Πάφο για μερικές μέρες, έκλεισαν ξενοδοχείο μέσω διαδικτύου. Ήταν μια παρέα καμιά δεκαριά άτομα. Ήταν ένα μικρό ξενοδοχείο στην περιοχή των Τάφων των Βασιλέων.
Η κοπέλα στην υποδοχή πανικοβλήθηκε όταν αντλήθηκε πως οι επισκέπτες ήταν τούρκοι, έτρεμε σύγκορμη, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, της πήρε αρκετό χρόνο να συνέλθει.
Έπεσε πολύ γέλιο…
Αφού χαλαρώσαμε ρώτησα τη γιαγιούλα αν θυμόταν να υπήρχαν εκκλησίες στο χωριό.
Ναι υπήρχαν τρεις εκκλησίες αλλά δεν θυμάμαι τα ονόματα, είπε.
Η μια βρισκόταν δίπλα από το σχολείο, η δεύτερη κάπου αλλού και η τρίτη βρισκόταν στην τοποθεσία Αγιάννα. Εκεί υπάρχει και πηγάδι με νερό.
Έμεινε για λίγο σκεφτική η γριούλα και συνέχισε.
Τα παλιά χρόνια όταν ήταν ανομβρία έπιαναν την εικόνα της Πανάγιας από τον Απόστολο Ανδρέα και περπατητοί πήγαιναν στο Ριζοκάρπασο, από εκεί στην Αγία Τριάδα και κατέληγαν στην Αγιάννα όπου έκαναν δέηση. Μετα επέστρεφαν στον Απόστολο Ανδρέα.
Ήταν μάλιστα κάποιες φορές που ο καιρός ήταν καλοκαίρι από την ανομβρία, αλλά μετά την δέηση στην Αγιάννα έβρεχε τόσο πολύ που γίνονταν μούσκεμα μέχρι να πάνε πίσω στον Απόστολο Ανδρέα.
Κάτι τέτοια μου έλεγε και η μάνα μου της είπα, αλλά δεν τα ακολουθούμε τώρα πια.
Η κουβέντα καλή και η παρέα ακόμα καλύτερη αλλά η ώρα περνούσε και θα έπρεπε να δούμε και τον Τζιαφέρ πριν φύγουμε από το Χωριό.
Ώρα να πηγαίνουμε, τους είπα.
Μην φεύγετε φώναξε η Ατιέ από την κουζίνα.
Θα φέρει γλυκό, μας αποκρίθηκε ο σύζυγος της.
Μια ωραία και γευσάτη φρέσκια μηλόπιτα.
Μήπως ξέρετε από πού πήρε το όνομα το χωριό, ρώτησα την γριούλα.
Στα τούρκικα το λέμε Καλέ Πουρνού απάντησε η Ατιέ. Είναι δυο λέξεις, Καλέ σημαίνει Κάστρο και Πουρνού σημαίνει Άκρια. Μάλλον θα υπήρχε κάποιο κάστρο εδώ κοντά για να το λένε έτσι, κατέληξε.
Δεν είχα άποψη, ακουγόταν όμως σωστό στα αυτιά μου. Θα ήταν όμως ενδιαφέρον να το έψαχνα.
Πως τα καταφέρατε και μιλάτε ακόμα ελληνικά μετα από τόσα χρόνια;
Μα αυτή ήταν η γλώσσα των παππούδων μας.
Κάποιοι λένε πως παλιά ζήτησαν να βαφτιστούν χριστιανοί αλλά δεν τους δέχτηκε ο αρχιεπίσκοπος σας. Λένε πως τους απάντησε πως δεν βάζει σκυλιά στην κολυμβήθρα.
Έπρεπε να φύγουμε, δεν έπρεπε να πω κάτι που δεν έπρεπε, κάτι λάθος. Ήταν και η ώρα που περνούσε.
Αποχωριστήκαμε με την ευχή να ξαναϊδωθούμε σύντομα.
Φύγαμε για να συναντήσουμε τον Τζιαφέρ στο καφενείο. Είχε και άλλο κόσμο εκεί.
Ο Τζιαφέρ είναι 50 χρονών και μιλά την πανελλήνια δημοτική, έζησε στην Αγγλία και πιθανόν να είναι γι’ αυτό που μιλά έτσι μας λέει.
Κάτσαμε για λίγο, ήπιαμε μια πορτοκαλάδα για την φιλοξενία.
Οι θαμώνες μιλούσαν τούρκικα μεταξύ τους και ελληνικά μαζί μας.
Κάποιος που άκουσε το όνομα του αδελφού μου, μας είπε πως έχουν το όνομα Κωστή στο χωριό. Δεν ξέρουν όμως από πού προέρχεται και γιατί το έχουν.
Επιστρέφοντας στο σπίτι άνοιξα την συλλογή μου με τους παλιούς χάρτες της Κύπρου ψάχνοντας για την Γαληνόπωρνη.
Μέσα από τους χάρτες διαπιστώνουμε πως τα ακόλουθα χωριά υπάρχουν πριν την κατάληψη της Κύπρου από του Οθωμανούς και καταγράφονται ως εξής: Γαληνόπωρνη – Galinoporni. Κορόβια – Corovia, Άγιος Συμεών – St. Symeon, Γαλάτεια – Galatia.
Όσον αφορά τις εκκλησίες που προανάφερα πράγματι υπήρχαν αλλά καταστράφηκαν από την εγκατάλειψη και την φθορά του χρόνου.
Ως προς το όνομα του χωριού Γαληνόπωρνη θα εισηγούμουν τις λέξεις Γαλήνη και Πωρνή που σημαίνει γαλήνιο πρωινό.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ιστορία αυτή περιέχει πικρές αλήθειες που πιθανόν να ενοχλήσουν.
Αυστηρώς ακατάλληλο για μισαλλόδοξους και για όσους δεν αποδέχονται την αλήθεια των άλλων.
Είχα μαζί μου και τον αδελφό μου σαν οδηγό, για να μπορώ με άνεση να βλέπω την διαδρομή και να χαζεύω την θέα γύρω μου.
Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί και πάνω στην ώρα του πρωινού καφέ βρεθήκαμε έξω από το σπίτι του Ερόλ στη Λυθράγκωμη, δίπλα από την εκκλησία της Παναγίας της Κανακαριάς.
Ο Ερόλ είδε το αυτοκίνητο μας που πέρασε στην αυλή του και με απορία μας πλησίασε. Όταν κατάλαβε ποιοι είμαστε, χαμογέλασε και φώναξε: Καλώς τους, πως από εδώ;
Αφού ανταποδώσαμε τον χαιρετισμό, του είπαμε πως γιορτάζαμε το Πάσχα και σκεφτήκαμε να του κάνουμε μια σύντομη επίσκεψη για καφέ. Ώ Χρόνια Πολλά! μας ευχήθηκε με ενθουσιασμό, πως εύχεστε το Πάσχα; Χριστός Ανέστη του είπαμε. Χριστός Ανέστη μας ευχήθηκε ο Ερόλ.
Κάτσαμε στην βεράντα του σπιτιού όπου την σκίαζαν τα δέντρα της αυλής. Εκεί καθόταν και η γυναίκα του, που λόγω ασθενείας είναι καθηλωμένη στο αναπηρικό. Την χαιρετίσαμε και μας είπε και εκείνη Χριστός Ανέστη.
Λόγω της κατάστασης της γυναίκας έχουν βοηθό από το Τουρκμενιστάν. Ο Ερόλ μας εξήγησε πως φέρνουν τις βοηθούς από το Τουρκμενιστάν, με το σκεπτικό ότι αυτές μιλούν τουρκικά αλλά είναι εντελώς διαφορετικά από την γλώσσα των Τουρκοκυπρίων και έτσι αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα επικοινωνίας. Η γλώσσα των Τουρκοκυπρίων λέγεται Οσμανλί μας εξήγησε ο Ερόλ.
(Δική μου παρένθεση, είναι μια διάλεκτος που προήλθε από τα τουρκικά της Οθωμανικής περιόδου που δεν βρίσκει χρήση στην σημερινή Τουρκία. Κάτι ανάλογο με την διάλεκτο των ελληνοκυπρίων που δεν γίνεται κατανοητή από τους υπόλοιπους Έλληνες)
Ο Ερόλ λοιπόν, είναι 75 χρόνων σήμερα συνταξιούχος αστυνομικός. Κατάγεται από την Κόσιη, αλλά η φτώχια ανάγκασε τους γονείς του να μετοικήσουν στη Λευκωσία όταν αυτός ήταν μικρό παιδί 5 χρόνων.
Μπήκε στην αποικιοκρατική αστυνομική δύναμη το 1953 και ακολούθως στη αστυνομία της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου εργάστηκε αρμονικά με χριστιανούς (ελληνοκύπριους) συναδέλφους του.
Λόγω της δουλειάς του και της μακρόχρονης συναναστροφής του με ελληνοκύπριους, ο Ερόλ μιλά πολύ καλά την ελληνική γλώσσα αλλά και την αγγλική.
Τα γεγονότα του 1964 τον βρήκαν να εργάζεται στο μικτό χωριό Πυργά της επαρχίας Λάρνακας. Είχε μαζί και την οικογένεια του.
Κάποιοι ελληνοκύπριοι συνάδελφοι του, τον πλησίασαν τότε και του είπαν πως θα έπρεπε να φύγει από το χωριό.
Να πάω πού τους ρώτησε, εργαζόμαστε μαζί τόσο καιρό, γιατί να φύγω;
Δεν κινδυνεύεις από εμάς του απάντησαν, αλλά θα έρθουν άλλοι και δεν ξέρουμε τι θα συμβεί.
Έτσι ο Ερόλ μάζεψε τα μπογαλάκια του και την οικογένεια του και έφυγε για την Λευκωσία όπου κλείστηκε για πάντα στου τουρκικούς θύλακες που δημιουργήθηκαν.
Μετά την συνταξιοδότηση του ο Ερόλ αγόρασε από άλλο Τουρκοκύπριο το σπίτι του παπά της Λυθράγκωμης, αλλά αυτό δεν τον σταματά από του να λέει πως το σπίτι δεν είναι δικό του, είναι του παπά της Κανακαριάς.
Στον Ερόλ παρόλο που μόνο πέντε χρόνια έζησε στη Κόσιη, του προκαλεί μεγάλη θλίψη που το χωριό του δεν υπάρχει ποια.
Μιλώντας με τον Ερόλ μαθαίνω, αλλά και θυμάμαι πράγματα και λέξεις ξεχασμένες όπως το τσιαϊκο για παράδειγμα ή και τους βαβάτσινους που μας έφερε φρεσκοκομμένους, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έφαγα, μάλλον από τότε που ήμουνα παιδί.
Αφού ήπιαμε τον καφέ μας και είπαμε τις κουβέντες μας, θελήσαμε να φύγουμε.
Ο Ερόλ μας σταμάτησε, περιμένετε μας είπε, έχω κάτι αυγά να σας δώσω και έτρεξε προς το κοτέτσι. Τον ακολουθήσαμε, θα είχε καμιά πενηνταριά πάπιες εκεί μέσα. Μάζεψε ο Ερόλ τα αυγά από την γύστη και μας τα έδωσε. Τρεις δωδεκάδες, ποιος να τα φάει. Αλλά δεν θα μπορούσαμε να πούμε όχι.
Αφού πήραμε τα αυγά και όσους βαβάτσινους έμειναν στο πιάτο, ευχαριστήσαμε τον Ερόλ και φύγαμε για τον Άγιο Συμεών.
Ο Άγιος Συμεών είναι ένα μικρό χωριό που οι κάτοικοι του μιλούν ελληνικά ως τις μέρες μας.
Στο κέντρο του χωριού υπάρχει ένα μικρό τζαμί που δεν φαίνεται παλιό, σίγουρα πριν το 74 κτισμένο.
Είπα στον αδελφό μου να κάναμε μια βόλτα μέσα στο χωριό ψάχνοντας για πιθανά απομεινάρια καμιάς παλιάς εκκλησίας. Δεν εντοπίσαμε τίποτα, συναντήσαμε όμως ένα βοσκό με το κοπάδι του, πλησιάσαμε και τον χαιρετίσαμε, μας μίλησε ελληνικά.
Μιλάς καλά ελληνικά του είπα.
Μιλούσα πολύ καλυτέρα αλλά τώρα φακκά λίγο η γλώσσα μου, απάντησε.
Πως και μιλάς τόσο καλά τα ελληνικά τον ρώτησα. Μα αφού οι γονιοί μας Ρωμαίικα μιλούσαν στο σπίτι, μου απάντησε.
Αν και στο πόδι, μιλήσαμε αρκετά. Θυμήθηκε παλιούς συναδέλφους του από το Βαρώσι.
Μας είπε πού δούλευε τότε και με ποιους. Παλιές καλές στιγμές, αξέχαστες.
Το χωριό σας το λέτε Άγιο Συμεών τον ρώτησα.
Ναι, έτσι το λεμέ, έτσι το λέγαμε πάντα.
Θυμάσαι να υπήρχε εκκλησία στο χωριό;
Δεν θυμάμαι αλλά οι παλιοί λέγανε πως στο χωριό μας υπήρχαν δυο εκκλησίες. Μια του Αγίου Συμεών εκεί που είναι το τζαμί και μια κοντά στο νεκροταφείο, εκείνη ήταν του Άη Γιώργη.
Δεν υπάρχει κάτι για να δεις εκεί, νομίζω πως ούτε οι γονιοί μας τις έφτασαν.
Αφήσαμε τον άνθρωπο να βόσκει τα πρόβατα του και φύγαμε για την Γαληνόπωρνη.
Στη διαδρομή ο νους μου δούλευε ασταμάτητα ψάχνοντας απάντηση, πως τα καταφέραμε.
Πριν φτάσουμε στην Γαληνόπωρνη βγαίνοντας του χωριού Κορόβια, είδαμε μια ενημερωτική πινακίδα με χάρτη. Βγήκαμε από τον δρόμο και σταματήσαμε για να τον μελετήσουμε.
Πίσω μας ένα αυτοκίνητο που ακολουθούσε κόρναρε και σταμάτησε δίπλα μας.
Θέλετε βοήθεια; Μια γυναικεία φωνή μας φώναξε.
Κοίταξα προς τα εκεί, μια ευπαρουσίαστη κυρία με τον σύζυγο της.
Τους χαιρέτησα. Θέλουμε να πάμε στη Νιτοβίκλα της αποκρίθηκα.
Μπα, μην πάτε. Είναι παλιός χωμάτινος ο δρόμος και θα ταλαιπωρηθείτε, μου είπε η γυναίκα.
Τότε θα πάμε στη Γαληνόπωρνη, της λέω.
Ακολουθήστε μας γιατί και εμείς εκεί θα πάμε, μου απάντησε.
Μένει η μάνα μου εκεί και πάμε να την δούμε.
Μόνο τότε κατάλαβα πως η κοπέλα που μου μιλούσε ήταν Τουρκάλα, αφού δεν πρόσεξα πιο πριν τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκίνητου τους.
Μπορώ να έρθω να γνωρίσω την μαμά σου, την ερώτησα.
Βεβαίως να έρθεις, να πιούμε και καφέ να γνωριστούμε, είπε.
Μπήκαμε ξοπίσω και ακολουθούσαμε. Ο δρόμος από την Κορόβια καταλήγει στο Ριζοκάρπασο, σε κάποιο σημείο όμως θα έπρεπε να στρίψουμε αριστερά για Γαληνόπωρνη.
Εκεί πάνω στη στροφή, το προπορευόμενο αυτοκίνητο σταμάτησε.
Τι να έγινε λέω, δεν συνεννοηθήκαμε σωστά, ή άλλαξαν γνώμη;
Αποκλείετε να μην συνεννοηθήκαμε αφού η κοπέλα μιλά άπταιστα ελληνικά.
Σταματήσαμε δίπλα τους. Ήθελαν να μας πουν πως στον λόφο απέναντι είχαν γίνει ανασκαφές και πως βρήκαν κάποια αρχαία αν θέλαμε να μας πήγαιναν να τα δούμε.
Μια άλλη φορά τους είπα, θα προτιμούσα να δω την μαμά σας τώρα.
Έτσι συνεχίσαμε την διαδρομή για να φτάσουμε σε ένα μικρό σπιτάκι κάπου στο κέντρο του χωριού.
Μπήκαμε μέσα. Μια λεπτοκαμωμένη γριούλα ντυμένη παραδοσιακά καρπασίτικα καθόταν στο κρεβάτι της.
Η κοπέλα χαιρέτισε την μάνα της στα τούρκικα αλλά στη συνέχεια μίλησε ελληνικά μαζί της.
Αφού συστηθήκαμε, η κοπέλα μπήκε στην κουζίνα για να ετοιμάσει τον καφέ και εμείς κάτσαμε κοντά στη γριούλα περιμένοντας.
Κτύπησε το τηλέφωνο και η γριούλα φώναξε:
Ατιέ, έλα απάντα το τηλέφωνο να δούμε ποιος είναι.
Η Ατιέ βγήκε από την κουζίνα για να απαντήσει το τηλέφωνο. Μίλησε στα τούρκικα.
Είναι μια φίλη μου από την Αμμόχωστο και θα έρθει να μας δει, είπε στη μάνα της μιλώντας ελληνικά.
Μου φάνηκε παράξενο αλλά δεν είπα τίποτα μην φανώ αγενής.
Πίναμε τον καφέ μας όταν ένα άγνωστο αυτοκίνητο σταμάτησε στο ξεπόρτι.
Ποιος είναι, ρώτησε η γριούλα.
Είναι άγνωστο το αυτοκίνητο, δεν είναι της φίλης μου, απάντησε η Ατιέ.
Ήταν δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι, ένας άνδρας και μια γυναίκα.
Μπήκαν μέσα και χαιρέτησαν στα τούρκικα.
Ήταν ξαδέλφια της γριούλας.
Αφού συστηθήκαμε έκατσαν δίπλα μου.
Μιλούσαν την κυπριακή διάλεκτο με καρπασίτικη προφορά. Όση ώρα μιλούσε ο άνδρας, μου θύμιζε τον γείτονα μου τον Πασχάλη από τον Άγιο Ανδρόνικο, καμιά διαφορά.
Η Ατιέ τους εξήγησε πως έχουν βοηθό για να φροντίζει την γριούλα αλλά δεν εργαζόταν Κυριακή, έτσι ήταν εκτός σπιτιού εκείνη την ώρα.
Από πού είναι η βοηθός σας την ρώτησα.
Από το Βιετνάμ.
Γιατί δεν φέρατε κάποιαν από το Τουρκμενιστάν όπως φέρνουν και άλλοι.
Η Ατιέ γέλασε και μου είπε: η μάνα μου μόνο ελληνικά μιλά, λίγα τούρκικα που ξέρει τώρα τελευταία τα έμαθε, έτσι ζητήσαμε να μας βρουν κάποια που να μιλά ελληνικά για να μπορεί να εξηγείτε μαζί της.
Σας άκουγα που μιλούσατε ελληνικά μεταξύ σας της είπα, αλλά νόμιζα πως το κάνατε από ευγένεια για να σας καταλαβαίνουμε.
Όχι, σε αυτό το χωριό ακόμα και τα μωρά μιλούν ελληνικά, τα τούρκικα τα μαθαίνουμε στο σχολείο. Όσοι δεν πήγαν σχολείο δεν ξέρουν τούρκικα.
Μιλήσαμε για διάφορα, για τις οικογένειες μας, για τα ενδιαφέροντα μας και πολλά άλλα.
Στην Ατιέ και τον σύζυγο της αρέσουν οι εκδρομές και τα ταξίδια. Πήγαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη για διακοπές.
Πήγαν και στη Πάφο για μερικές μέρες, έκλεισαν ξενοδοχείο μέσω διαδικτύου. Ήταν μια παρέα καμιά δεκαριά άτομα. Ήταν ένα μικρό ξενοδοχείο στην περιοχή των Τάφων των Βασιλέων.
Η κοπέλα στην υποδοχή πανικοβλήθηκε όταν αντλήθηκε πως οι επισκέπτες ήταν τούρκοι, έτρεμε σύγκορμη, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, της πήρε αρκετό χρόνο να συνέλθει.
Έπεσε πολύ γέλιο…
Αφού χαλαρώσαμε ρώτησα τη γιαγιούλα αν θυμόταν να υπήρχαν εκκλησίες στο χωριό.
Ναι υπήρχαν τρεις εκκλησίες αλλά δεν θυμάμαι τα ονόματα, είπε.
Η μια βρισκόταν δίπλα από το σχολείο, η δεύτερη κάπου αλλού και η τρίτη βρισκόταν στην τοποθεσία Αγιάννα. Εκεί υπάρχει και πηγάδι με νερό.
Έμεινε για λίγο σκεφτική η γριούλα και συνέχισε.
Τα παλιά χρόνια όταν ήταν ανομβρία έπιαναν την εικόνα της Πανάγιας από τον Απόστολο Ανδρέα και περπατητοί πήγαιναν στο Ριζοκάρπασο, από εκεί στην Αγία Τριάδα και κατέληγαν στην Αγιάννα όπου έκαναν δέηση. Μετα επέστρεφαν στον Απόστολο Ανδρέα.
Ήταν μάλιστα κάποιες φορές που ο καιρός ήταν καλοκαίρι από την ανομβρία, αλλά μετά την δέηση στην Αγιάννα έβρεχε τόσο πολύ που γίνονταν μούσκεμα μέχρι να πάνε πίσω στον Απόστολο Ανδρέα.
Κάτι τέτοια μου έλεγε και η μάνα μου της είπα, αλλά δεν τα ακολουθούμε τώρα πια.
Η κουβέντα καλή και η παρέα ακόμα καλύτερη αλλά η ώρα περνούσε και θα έπρεπε να δούμε και τον Τζιαφέρ πριν φύγουμε από το Χωριό.
Ώρα να πηγαίνουμε, τους είπα.
Μην φεύγετε φώναξε η Ατιέ από την κουζίνα.
Θα φέρει γλυκό, μας αποκρίθηκε ο σύζυγος της.
Μια ωραία και γευσάτη φρέσκια μηλόπιτα.
Μήπως ξέρετε από πού πήρε το όνομα το χωριό, ρώτησα την γριούλα.
Στα τούρκικα το λέμε Καλέ Πουρνού απάντησε η Ατιέ. Είναι δυο λέξεις, Καλέ σημαίνει Κάστρο και Πουρνού σημαίνει Άκρια. Μάλλον θα υπήρχε κάποιο κάστρο εδώ κοντά για να το λένε έτσι, κατέληξε.
Δεν είχα άποψη, ακουγόταν όμως σωστό στα αυτιά μου. Θα ήταν όμως ενδιαφέρον να το έψαχνα.
Πως τα καταφέρατε και μιλάτε ακόμα ελληνικά μετα από τόσα χρόνια;
Μα αυτή ήταν η γλώσσα των παππούδων μας.
Κάποιοι λένε πως παλιά ζήτησαν να βαφτιστούν χριστιανοί αλλά δεν τους δέχτηκε ο αρχιεπίσκοπος σας. Λένε πως τους απάντησε πως δεν βάζει σκυλιά στην κολυμβήθρα.
Έπρεπε να φύγουμε, δεν έπρεπε να πω κάτι που δεν έπρεπε, κάτι λάθος. Ήταν και η ώρα που περνούσε.
Αποχωριστήκαμε με την ευχή να ξαναϊδωθούμε σύντομα.
Φύγαμε για να συναντήσουμε τον Τζιαφέρ στο καφενείο. Είχε και άλλο κόσμο εκεί.
Ο Τζιαφέρ είναι 50 χρονών και μιλά την πανελλήνια δημοτική, έζησε στην Αγγλία και πιθανόν να είναι γι’ αυτό που μιλά έτσι μας λέει.
Κάτσαμε για λίγο, ήπιαμε μια πορτοκαλάδα για την φιλοξενία.
Οι θαμώνες μιλούσαν τούρκικα μεταξύ τους και ελληνικά μαζί μας.
Κάποιος που άκουσε το όνομα του αδελφού μου, μας είπε πως έχουν το όνομα Κωστή στο χωριό. Δεν ξέρουν όμως από πού προέρχεται και γιατί το έχουν.
Επιστρέφοντας στο σπίτι άνοιξα την συλλογή μου με τους παλιούς χάρτες της Κύπρου ψάχνοντας για την Γαληνόπωρνη.
Μέσα από τους χάρτες διαπιστώνουμε πως τα ακόλουθα χωριά υπάρχουν πριν την κατάληψη της Κύπρου από του Οθωμανούς και καταγράφονται ως εξής: Γαληνόπωρνη – Galinoporni. Κορόβια – Corovia, Άγιος Συμεών – St. Symeon, Γαλάτεια – Galatia.
Όσον αφορά τις εκκλησίες που προανάφερα πράγματι υπήρχαν αλλά καταστράφηκαν από την εγκατάλειψη και την φθορά του χρόνου.
Ως προς το όνομα του χωριού Γαληνόπωρνη θα εισηγούμουν τις λέξεις Γαλήνη και Πωρνή που σημαίνει γαλήνιο πρωινό.
Comments
Post a Comment