20
Ιουλίου 1974
Από την Πάφο στη Βασίλεια και άλλες πικρές μαρτυρίες…
Παρά την επικράτηση του πραξικοπήματος, η κατάσταση στην Πάφο τις επόμενες μέρες ήταν ακόμη τεταμένη, αφού κάποιες μικρές εστίες αντίστασης εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Ο φόβος και η αγωνία ήταν διάχυτα ανάμεσα στους κατοίκους της Πάφου, εφόσον ανυποψίαστοι πολίτες βρίσκονταν συχνά αντιμέτωποι με εκφοβισμούς, προπηλακισμούς, ενίοτε και βασανισμούς.
Στις 20 Ιουλίου, με το πρώτο φως της αυγής και τους ήχους από τις σειρήνες, οι απλοί άνθρωποι στην Πάφο, όπως ακριβώς και σε όλη την Κύπρο, έτρεξαν στο κάλεσμα της πατρίδας. Το κέντρο επιστράτευσης ήταν τότε το ΚΕΝ Πάφου στη Γεροσκήπου.
Όταν είχε ήδη συγκεντρωθεί αρκετός αριθμός επιστράτων, δόθηκαν σε αυτούς όπλα (τα γνωστά μαρτίνια). Οι επίστρατοι στη συνέχεια ανέβηκαν σε φορτηγά, για τη μεταφορά τους στο Β΄ Γυμνάσιο Πάφου, το οποίο είχε μετατραπεί σε πραξικοπηματικό στρατιωτικό επιτελείο. Εκεί συνάντησαν στρατιωτικούς και στελέχη του πραξικοπηματικού καθεστώτος που τους διαχώρισαν, ωσάν αμνούς από τα ερίφια, κρατώντας στο χέρι έναν κατάλογο ονομάτων. Μετά τον διαχωρισμό, οι ευνοημένοι από τους πραξικοπηματίες έμειναν πίσω, ενώ οι υπόλοιποι ανέβηκαν και πάλι στα φορτηγά και ξεκίνησαν προς άγνωστο προορισμό.
Η φάλαγγα των φορτηγών, μετά την έξοδό της από τη Γεροσκήπου, σταμάτησε έξω από ένα βενζινάδικο προφανώς για καύσιμα. Εκεί ωστόσο τους συνάντησε μία άλλη ομάδα πραξικοπηματιών που είχαν έρθει για να κατεβάσουν από τα φορτηγά ορισμένα άτομα προσκείμενα προς αυτούς, τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί όπως φαίνεται στον αρχικό κατάλογο ονομάτων. Μετά το τελικό ξεκαθάρισμα, η φάλαγγα ξεκίνησε με κατεύθυνση τη Λεμεσό. Κάπου τριακόσιες ψυχές στοιβαγμένες σαν γομάρια μέσα στα φορτηγά πήγαιναν σαν ζώα στη σφαγή.
Στα Κούκλια η φάλαγγα των επιταγμένων φορτηγών έστριψε αριστερά, για να αποφύγει τη διέλευση της μέσα από τις Βρετανικές Βάσεις αλλά και την προσέγγιση του τουρκοκυπριακού χωρίου της Επισκοπής. Συνέχισε ακάλυπτη μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια, ώσπου έφτασε αργά το απόγευμα στο χωριό Νήσου της επαρχίας Λευκωσίας. Οι Πάφιοι επίστρατοι, καταπονημένοι και διψασμένοι, έτρεξαν μέσα στις αυλές των σπιτιών για λίγο νερό, αφού δεν είχαν όλοι τους ατομικό παγούρι. Πολλοί μάλιστα δεν φορούσαν ούτε στολή και δε διέθεταν τις απαραίτητες εξαρτίσεις. Το βράδυ το πέρασαν κάτω από τα δέντρα, μέσα στα χωράφια που βρίσκονταν έξω από το χωριό.
Το επόμενο πρωί τους συνάντησε στο σημείο συγκέντρωσης ένας γνωστός πραξικοπηματίας από την Πάφο. Από τη συμπεριφορά του και μόνο μπορούσαν να επιβεβαιωθούν οι οικείες σχέσεις του με τον διοικητή των επιστράτων, αφού και οι δυο τους ήταν πολύ ευδιάθετοι. Φεύγοντας ο άνθρωπος αυτός, πήρε μαζί του τους τελευταίους τέσσερις ή πέντε ευνοούμενούς του και άφησε τους υπόλοιπους με ένα αναπάντητο ερώτημα. Πού τους πάνε και γιατί μόνο εκείνους;
Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας, - Κυριακή, 21 Ιουλίου – οι εναπομείναντες πήραν διαταγή να ανέβουν στα φορτηγά. Έτσι η φάλαγγα κινήθηκε με προορισμό το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Από εκεί ακολούθησε τη διαδρομή Γερόλακκος, Σκυλλούρα, Μύρτου με στόχο την άφιξή τους στην Κερύνεια. Εν τω μεταξύ είχε νυχτώσει και τα φορτηγά κινούνταν αργά και με σβηστά τα φώτα πορείας, για να μην γίνονται αντιληπτά από τον εχθρό. Φτάνοντας στα Πάναγρα, δυτικά της Μύρτου, εκεί όπου το βουνό σμίγει με τη θάλασσα και ο δρόμος γίνεται απότομα κατηφορικός, οι οδηγοί, για να κρατήσουν τα φορτηγά στο δρόμο, πατούσαν τα φρένα ασταμάτητα, αφήνοντας τα φώτα αναμμένα πίσω και κάνοντας έτσι τη φάλαγγα εύκολα αντιληπτή από τα τουρκικά πολεμικά πλοία που έπλεαν στα παράλια της Βασίλειας.
Όταν τα πρώτα φορτηγά έφτασαν στο σημείο εκείνο, όπου ο δρόμος στρίβει δεξιά και ευθυγραμμίζεται με τη θάλασσα, τότε ξεκίνησε ένα πανδαιμόνιο κανονιοβολισμών από τα πολεμικά πλοία του εχθρού. Πανικός μέσα στη νύκτα. Οι επίστρατοι πετάχτηκαν αιφνιδιαστικά κάτω από τα φορτηγά, ψάχνοντας μέρος για να κρυφτούν. Τα πλοία συνέχισαν ανεξήγητα(;) να χτυπούν τη φάλαγγα των φορτηγών, καθώς έντρομοι οι επίστρατοι παρακολουθούσαν τις οβίδες να σκάνε πάνω στους λόφους, νότια του σημείου όπου οι ίδιοι βρίσκονταν. Παρά το έντονο σφυροκόπημα, παρέμειναν εκεί ταμπουρωμένοι όλο το βράδυ, βλέποντας τις ουρές από τα καμιόνια του στρατού και των πολιτών να εγκαταλείπουν προδομένοι και ανυπεράσπιστοι την Κερύνεια. Παρέμειναν στο ίδιο σημείο και την επόμενη μέρα, προσπαθώντας με τα νύχια τους να σκάψουν ορύγματα πάνω στο σκληρό χώμα. Ωστόσο το απόγευμα επετεύχθη η συμφωνία εκεχειρίας που εκ των υστέρων απεδείχθη πως δεν αφορούσε την περιοχή στην οποία οι ίδιοι είχαν ταμπουρωθεί.
Και ενώ η φυγή των πολιτών συνεχιζόταν ασταμάτητα, οι Πάφιοι παρέμειναν εκεί για αρκετές ακόμα μέρες, αδρανείς, χωρίς καμιά διαταγή απαγκίστρωσής τους. Οι τελευταίοι που έφευγαν φώναζαν ενδεικτικά στους επίστρατους «Ο σώσων εαυτόν σωθείτω».
Όταν όμως χάραξε το φως της 7ης Αυγούστου, μια φάλαγγα τουρκικών αρμάτων φάνηκε ακροβολισμένη από τη θάλασσα μέχρι το βουνό, προς τη μεριά της Λαπήθου. Λίγο αργότερα ακούστηκαν εκρήξεις. Χαλασμός κόσμου και άτακτη φυγή για τους επίστρατους, καθώς οι Τούρκοι χτυπούσαν με όλμους. Τότε ο κάθε ένας έτρεχε για να σωθεί προς το άγνωστο. Κάποιοι κατάφεραν να φτάσουν τρεχάτοι μέχρι το χωριό Διόριος, δυτικά της Μύρτου. Κάποιοι άλλοι πρόλαβαν και μπήκαν στα φορτηγά και έτσι έφτασαν στη Μόρφου και από εκεί νοτιοανατολικά προς τη Φιλιά, όπου τελικά εγκαταστάθηκε το τάγμα των επίστρατων Παφίων. Πρέπει να ήταν 7 ή 8 Αυγούστου, όταν έφτασαν στη Φιλιά και έμειναν εκεί μέχρι τα ξημερώματα της 14ης, όταν άρχισε δηλαδή η δεύτερη φάση της τούρκικης προέλασης.
Με την κατάρρευση των συνομιλιών τα ξημερώματα της ίδιας μέρας και αφού οι Τούρκοι άρχισαν την προέλασή τους, οι επίστρατοι πήραν διαταγή να κινηθούν προς την Σκυλλούρα, για να ελέγχουν τον δρόμο Σκυλλούρας-Μύρτου. Πήραν μάλιστα θέσεις δίπλα από ένα τμήμα πυροβολικού που εύκολα είχε γίνει στόχος των τουρκικών πολεμικών αεροπλάνων. Ακολούθησαν βομβαρδισμοί, μυδραλιοβολισμοί, φωτιές και πανικός παντού. Υποχώρηση. Πεζοί, τρεχάτοι, με φορτηγά, ο κάθε ένας έπρεπε με κάποιον τρόπο να σώσει το τομάρι του. Παρά τον πανικό, οι επίστρατοι κατάφεραν να φτάσουν νοτιότερα, στο χωριό Αυλώνα, όπου κρύφτηκαν μέσα σε ένα πορτοκαλεώνα. Γρήγορα όμως έγιναν αντιληπτοί από τα αεροπλάνα που τους μυδραλιοβόλισαν και πάλι. Ένα από αυτά μάλιστα έριξε δύο βόμβες Ναπάλμ που ευτυχώς έπεσαν λίγο πιο μακριά. Ήταν τόσο φρικτή η κόλαση της φωτιάς που τους έκανε να λάβουν τη μεγάλη απόφαση. Υποχώρηση προς την Πάφο. Δεν ήταν όμως εύκολο αυτό το εγχείρημα. Παρόλα αυτά ξεκίνησαν να υποχωρούν, φτάνοντας στο χωριό Βυζακιά, εκεί όπου τους βρήκε η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Περπάτησαν μέσα στον ξεροπόταμο έξω από το χωριό και οργάνωσαν την επιστροφή τους στην Πάφο. Η απόφασή τους είχε ληφθεί. Ανέβηκαν έτσι στα φορτηγά και κινήθηκαν προς το Τρόοδος με προορισμό την Πάφο.
Ας σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής μια ομάδα εοκαβητατζήδων τους ανέκοψε το δρόμο και υπό την απειλή των όπλων προσπάθησε να τους αναγκάσει να επιστρέψουν. Βλέποντας όμως και τα άλλα φορτηγά που ακολουθούσαν, οι εοκαβητατζήδες υποχώρησαν και άνοιξαν τον δρόμο. Πάνω στο Τρόοδος μία άλλη ομάδα οπλισμένων εοκαβητατζήδων που δεν είχε λόγο ύπαρξης στην περιοχή τους έστησε μπλόκο.
Τελικά η φάλαγγα έφτασε αισίως στο Β΄ Γυμνάσιο της Πάφου για παρουσίαση, κλείνοντας τον κύκλο του τρόμου, χωρίς την απώλεια καμιάς σφαίρας, αφού οι επίστρατοι σε όλη εκείνη τη διαδρομή δεν συνάντησαν κανένα Τούρκο στρατιώτη. Στη σύνταξη ένας ανώτερος αξιωματικός εξ Ελλάδος με ηγετικό ρόλο στη διεξαγωγή του πραξικοπήματος, γνωστός για τον φόβο που προκαλούσε στους αντιστασιακούς, ζήτησε να βγουν έξω οι οκτώ πρωτεργάτες της φυγής, για να τους απειλήσει ωρυόμενος πως θα τους έστελλε στο στρατοδικείο ως λιποτάκτες. Στη συνέχεια τους πήγε για ανάκριση στο γραφείο του με την παρουσία ενός οπλισμένου υπασπιστή. Κατά τη διαδικασία της ανάκρισης ο Ελλαδίτης αξιωματικός συνέχισε να φωνάζει, να βρίζει και να απειλεί, ώσπου ένας θαρραλέος από τους οκτώ ανακρινόμενους πήρε τον λόγο και κινήθηκε με άγριες διαθέσεις προς τον αξιωματικό. Ο θαρραλέος εκείνος άνδρας άρπαξε το τραπέζι και το έριξε προς τον αξιωματικό που έντρομος άρχισε να εκλιπαρεί: «Καλά ρε παιδιά, πώς κάνετε έτσι, θα τα βρούμε ρε παιδιά, θα τα βρούμε…»
Μετά από αυτό το επεισόδιο, οι Πάφιοι επίστρατοι έφυγαν…
Η ιστορία αυτή δεν είναι φανταστική και όποιες ομοιότητες γεγονότων υπάρχουν ενισχύουν τις πικρές αυτές μαρτυρίες.
Από την Πάφο στη Βασίλεια και άλλες πικρές μαρτυρίες…
Παρά την επικράτηση του πραξικοπήματος, η κατάσταση στην Πάφο τις επόμενες μέρες ήταν ακόμη τεταμένη, αφού κάποιες μικρές εστίες αντίστασης εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Ο φόβος και η αγωνία ήταν διάχυτα ανάμεσα στους κατοίκους της Πάφου, εφόσον ανυποψίαστοι πολίτες βρίσκονταν συχνά αντιμέτωποι με εκφοβισμούς, προπηλακισμούς, ενίοτε και βασανισμούς.
Στις 20 Ιουλίου, με το πρώτο φως της αυγής και τους ήχους από τις σειρήνες, οι απλοί άνθρωποι στην Πάφο, όπως ακριβώς και σε όλη την Κύπρο, έτρεξαν στο κάλεσμα της πατρίδας. Το κέντρο επιστράτευσης ήταν τότε το ΚΕΝ Πάφου στη Γεροσκήπου.
Όταν είχε ήδη συγκεντρωθεί αρκετός αριθμός επιστράτων, δόθηκαν σε αυτούς όπλα (τα γνωστά μαρτίνια). Οι επίστρατοι στη συνέχεια ανέβηκαν σε φορτηγά, για τη μεταφορά τους στο Β΄ Γυμνάσιο Πάφου, το οποίο είχε μετατραπεί σε πραξικοπηματικό στρατιωτικό επιτελείο. Εκεί συνάντησαν στρατιωτικούς και στελέχη του πραξικοπηματικού καθεστώτος που τους διαχώρισαν, ωσάν αμνούς από τα ερίφια, κρατώντας στο χέρι έναν κατάλογο ονομάτων. Μετά τον διαχωρισμό, οι ευνοημένοι από τους πραξικοπηματίες έμειναν πίσω, ενώ οι υπόλοιποι ανέβηκαν και πάλι στα φορτηγά και ξεκίνησαν προς άγνωστο προορισμό.
Η φάλαγγα των φορτηγών, μετά την έξοδό της από τη Γεροσκήπου, σταμάτησε έξω από ένα βενζινάδικο προφανώς για καύσιμα. Εκεί ωστόσο τους συνάντησε μία άλλη ομάδα πραξικοπηματιών που είχαν έρθει για να κατεβάσουν από τα φορτηγά ορισμένα άτομα προσκείμενα προς αυτούς, τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί όπως φαίνεται στον αρχικό κατάλογο ονομάτων. Μετά το τελικό ξεκαθάρισμα, η φάλαγγα ξεκίνησε με κατεύθυνση τη Λεμεσό. Κάπου τριακόσιες ψυχές στοιβαγμένες σαν γομάρια μέσα στα φορτηγά πήγαιναν σαν ζώα στη σφαγή.
Στα Κούκλια η φάλαγγα των επιταγμένων φορτηγών έστριψε αριστερά, για να αποφύγει τη διέλευση της μέσα από τις Βρετανικές Βάσεις αλλά και την προσέγγιση του τουρκοκυπριακού χωρίου της Επισκοπής. Συνέχισε ακάλυπτη μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια, ώσπου έφτασε αργά το απόγευμα στο χωριό Νήσου της επαρχίας Λευκωσίας. Οι Πάφιοι επίστρατοι, καταπονημένοι και διψασμένοι, έτρεξαν μέσα στις αυλές των σπιτιών για λίγο νερό, αφού δεν είχαν όλοι τους ατομικό παγούρι. Πολλοί μάλιστα δεν φορούσαν ούτε στολή και δε διέθεταν τις απαραίτητες εξαρτίσεις. Το βράδυ το πέρασαν κάτω από τα δέντρα, μέσα στα χωράφια που βρίσκονταν έξω από το χωριό.
Το επόμενο πρωί τους συνάντησε στο σημείο συγκέντρωσης ένας γνωστός πραξικοπηματίας από την Πάφο. Από τη συμπεριφορά του και μόνο μπορούσαν να επιβεβαιωθούν οι οικείες σχέσεις του με τον διοικητή των επιστράτων, αφού και οι δυο τους ήταν πολύ ευδιάθετοι. Φεύγοντας ο άνθρωπος αυτός, πήρε μαζί του τους τελευταίους τέσσερις ή πέντε ευνοούμενούς του και άφησε τους υπόλοιπους με ένα αναπάντητο ερώτημα. Πού τους πάνε και γιατί μόνο εκείνους;
Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας, - Κυριακή, 21 Ιουλίου – οι εναπομείναντες πήραν διαταγή να ανέβουν στα φορτηγά. Έτσι η φάλαγγα κινήθηκε με προορισμό το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Από εκεί ακολούθησε τη διαδρομή Γερόλακκος, Σκυλλούρα, Μύρτου με στόχο την άφιξή τους στην Κερύνεια. Εν τω μεταξύ είχε νυχτώσει και τα φορτηγά κινούνταν αργά και με σβηστά τα φώτα πορείας, για να μην γίνονται αντιληπτά από τον εχθρό. Φτάνοντας στα Πάναγρα, δυτικά της Μύρτου, εκεί όπου το βουνό σμίγει με τη θάλασσα και ο δρόμος γίνεται απότομα κατηφορικός, οι οδηγοί, για να κρατήσουν τα φορτηγά στο δρόμο, πατούσαν τα φρένα ασταμάτητα, αφήνοντας τα φώτα αναμμένα πίσω και κάνοντας έτσι τη φάλαγγα εύκολα αντιληπτή από τα τουρκικά πολεμικά πλοία που έπλεαν στα παράλια της Βασίλειας.
Όταν τα πρώτα φορτηγά έφτασαν στο σημείο εκείνο, όπου ο δρόμος στρίβει δεξιά και ευθυγραμμίζεται με τη θάλασσα, τότε ξεκίνησε ένα πανδαιμόνιο κανονιοβολισμών από τα πολεμικά πλοία του εχθρού. Πανικός μέσα στη νύκτα. Οι επίστρατοι πετάχτηκαν αιφνιδιαστικά κάτω από τα φορτηγά, ψάχνοντας μέρος για να κρυφτούν. Τα πλοία συνέχισαν ανεξήγητα(;) να χτυπούν τη φάλαγγα των φορτηγών, καθώς έντρομοι οι επίστρατοι παρακολουθούσαν τις οβίδες να σκάνε πάνω στους λόφους, νότια του σημείου όπου οι ίδιοι βρίσκονταν. Παρά το έντονο σφυροκόπημα, παρέμειναν εκεί ταμπουρωμένοι όλο το βράδυ, βλέποντας τις ουρές από τα καμιόνια του στρατού και των πολιτών να εγκαταλείπουν προδομένοι και ανυπεράσπιστοι την Κερύνεια. Παρέμειναν στο ίδιο σημείο και την επόμενη μέρα, προσπαθώντας με τα νύχια τους να σκάψουν ορύγματα πάνω στο σκληρό χώμα. Ωστόσο το απόγευμα επετεύχθη η συμφωνία εκεχειρίας που εκ των υστέρων απεδείχθη πως δεν αφορούσε την περιοχή στην οποία οι ίδιοι είχαν ταμπουρωθεί.
Και ενώ η φυγή των πολιτών συνεχιζόταν ασταμάτητα, οι Πάφιοι παρέμειναν εκεί για αρκετές ακόμα μέρες, αδρανείς, χωρίς καμιά διαταγή απαγκίστρωσής τους. Οι τελευταίοι που έφευγαν φώναζαν ενδεικτικά στους επίστρατους «Ο σώσων εαυτόν σωθείτω».
Όταν όμως χάραξε το φως της 7ης Αυγούστου, μια φάλαγγα τουρκικών αρμάτων φάνηκε ακροβολισμένη από τη θάλασσα μέχρι το βουνό, προς τη μεριά της Λαπήθου. Λίγο αργότερα ακούστηκαν εκρήξεις. Χαλασμός κόσμου και άτακτη φυγή για τους επίστρατους, καθώς οι Τούρκοι χτυπούσαν με όλμους. Τότε ο κάθε ένας έτρεχε για να σωθεί προς το άγνωστο. Κάποιοι κατάφεραν να φτάσουν τρεχάτοι μέχρι το χωριό Διόριος, δυτικά της Μύρτου. Κάποιοι άλλοι πρόλαβαν και μπήκαν στα φορτηγά και έτσι έφτασαν στη Μόρφου και από εκεί νοτιοανατολικά προς τη Φιλιά, όπου τελικά εγκαταστάθηκε το τάγμα των επίστρατων Παφίων. Πρέπει να ήταν 7 ή 8 Αυγούστου, όταν έφτασαν στη Φιλιά και έμειναν εκεί μέχρι τα ξημερώματα της 14ης, όταν άρχισε δηλαδή η δεύτερη φάση της τούρκικης προέλασης.
Με την κατάρρευση των συνομιλιών τα ξημερώματα της ίδιας μέρας και αφού οι Τούρκοι άρχισαν την προέλασή τους, οι επίστρατοι πήραν διαταγή να κινηθούν προς την Σκυλλούρα, για να ελέγχουν τον δρόμο Σκυλλούρας-Μύρτου. Πήραν μάλιστα θέσεις δίπλα από ένα τμήμα πυροβολικού που εύκολα είχε γίνει στόχος των τουρκικών πολεμικών αεροπλάνων. Ακολούθησαν βομβαρδισμοί, μυδραλιοβολισμοί, φωτιές και πανικός παντού. Υποχώρηση. Πεζοί, τρεχάτοι, με φορτηγά, ο κάθε ένας έπρεπε με κάποιον τρόπο να σώσει το τομάρι του. Παρά τον πανικό, οι επίστρατοι κατάφεραν να φτάσουν νοτιότερα, στο χωριό Αυλώνα, όπου κρύφτηκαν μέσα σε ένα πορτοκαλεώνα. Γρήγορα όμως έγιναν αντιληπτοί από τα αεροπλάνα που τους μυδραλιοβόλισαν και πάλι. Ένα από αυτά μάλιστα έριξε δύο βόμβες Ναπάλμ που ευτυχώς έπεσαν λίγο πιο μακριά. Ήταν τόσο φρικτή η κόλαση της φωτιάς που τους έκανε να λάβουν τη μεγάλη απόφαση. Υποχώρηση προς την Πάφο. Δεν ήταν όμως εύκολο αυτό το εγχείρημα. Παρόλα αυτά ξεκίνησαν να υποχωρούν, φτάνοντας στο χωριό Βυζακιά, εκεί όπου τους βρήκε η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Περπάτησαν μέσα στον ξεροπόταμο έξω από το χωριό και οργάνωσαν την επιστροφή τους στην Πάφο. Η απόφασή τους είχε ληφθεί. Ανέβηκαν έτσι στα φορτηγά και κινήθηκαν προς το Τρόοδος με προορισμό την Πάφο.
Ας σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής μια ομάδα εοκαβητατζήδων τους ανέκοψε το δρόμο και υπό την απειλή των όπλων προσπάθησε να τους αναγκάσει να επιστρέψουν. Βλέποντας όμως και τα άλλα φορτηγά που ακολουθούσαν, οι εοκαβητατζήδες υποχώρησαν και άνοιξαν τον δρόμο. Πάνω στο Τρόοδος μία άλλη ομάδα οπλισμένων εοκαβητατζήδων που δεν είχε λόγο ύπαρξης στην περιοχή τους έστησε μπλόκο.
Τελικά η φάλαγγα έφτασε αισίως στο Β΄ Γυμνάσιο της Πάφου για παρουσίαση, κλείνοντας τον κύκλο του τρόμου, χωρίς την απώλεια καμιάς σφαίρας, αφού οι επίστρατοι σε όλη εκείνη τη διαδρομή δεν συνάντησαν κανένα Τούρκο στρατιώτη. Στη σύνταξη ένας ανώτερος αξιωματικός εξ Ελλάδος με ηγετικό ρόλο στη διεξαγωγή του πραξικοπήματος, γνωστός για τον φόβο που προκαλούσε στους αντιστασιακούς, ζήτησε να βγουν έξω οι οκτώ πρωτεργάτες της φυγής, για να τους απειλήσει ωρυόμενος πως θα τους έστελλε στο στρατοδικείο ως λιποτάκτες. Στη συνέχεια τους πήγε για ανάκριση στο γραφείο του με την παρουσία ενός οπλισμένου υπασπιστή. Κατά τη διαδικασία της ανάκρισης ο Ελλαδίτης αξιωματικός συνέχισε να φωνάζει, να βρίζει και να απειλεί, ώσπου ένας θαρραλέος από τους οκτώ ανακρινόμενους πήρε τον λόγο και κινήθηκε με άγριες διαθέσεις προς τον αξιωματικό. Ο θαρραλέος εκείνος άνδρας άρπαξε το τραπέζι και το έριξε προς τον αξιωματικό που έντρομος άρχισε να εκλιπαρεί: «Καλά ρε παιδιά, πώς κάνετε έτσι, θα τα βρούμε ρε παιδιά, θα τα βρούμε…»
Μετά από αυτό το επεισόδιο, οι Πάφιοι επίστρατοι έφυγαν…
Η ιστορία αυτή δεν είναι φανταστική και όποιες ομοιότητες γεγονότων υπάρχουν ενισχύουν τις πικρές αυτές μαρτυρίες.
Comments
Post a Comment