https://youtu.be/nfeE9UIcMy0?si=kPAFdl9cbb134BXB
Γιορτάζοντας το Πάσχα με μουσουλμάνους συμπατριώτες.
Ένα παράδειγμα αγνών ανθρώπινων σχέσεων.
Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, ήμουν καλεσμένος στο Πασχαλινό τραπέζι που μας προσφέρουν τα πεθερικά της αδελφότεκνης μου στη Φλάσου.
Όταν μου τηλεφώνησε η αδελφή μου από τη Λάρνακα, για να μου πει να πήγαινα μαζί τους, της είπα πως είχα αποφασίσει κάτι διαφορετικό για φέτος και της εξήγησα τα σχέδια μου.
Ήθελα να πάω στο Τουρκοκυπριακό χωριό Γαληνόπωρνη για να συναντήσω τον Τζιαφέρ και τον Σαλίχ που μιλούν ελληνικά από γεννησιμιού τους.
Στη διαδρομή θα σταματούσα στο σπίτι του παπά στη Λυθράγκωμη, για να πιω καφέ με τον Ερόλ από την Κόσιη, που και αυτός μιλά καλά ελληνικά.
Τους δυο αυτούς μουσουλμάνους φίλους, τους συνάντησα πρώτη φορά στην τελευταία μου επίσκεψη στην τουρκοκρατούμενη Καρπασία.
Έβαλα στο αυτοκίνητο μερικές φλαούνες, λίγα κόκκινα αυγά, κρασί και μερικά πακέτα καφέ για πασχαλινά δώρα, αρκετά για κάθε περίσταση.
Στο τουρκικό σημείο ελέγχουν στα Στροβίλια ήταν σε καθήκον η Ραπιάν, μια νεαρή τουρκάλα αστυνομικός, που όλως τυχαίως είναι σε καθήκον στις πλείστες φορές που περνώ από εκεί.
Η Ραπιάν είναι ένας εκ φύσεως χαρούμενος και φιλικός τύπος ανθρώπου με απλή μεσογειακή ομορφιά και γλυκό χαμόγελο.
Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί, μιλάμε για λίγο, περιγράφοντας της το πρόγραμμα της επίσκεψης μου. Μέσα από αυτές τις ολιγόλεπτες συζητήσεις, μου είπε πως είναι παντρεμένη, έχει δυο όμορφα παιδάκια, μια κόρη και ένα γιο και ότι κατοικεί στη Γαλάτεια που είναι το χωριό του συζύγου της.
Χθες, αφού μιλήσαμε για λίγο, την ρώτησα το όνομα του συζύγου της και υπό τύπον αστείου της είπα πως θα πήγαινα να τον συναντήσω.
Να πάεις μου είπε, θα είναι στο σπίτι σήμερα ο άνδρας μου και έτσι θα μπορέσεις να τον συναντήσεις.
Έφυγα ακολουθώντας πιστά το πρόγραμμα μου. Πρώτος σταθμός η Λυθράγκωμη, μετά στον Άγιο Συμεών για λίγο και ακολούθως στη Γαληνόπωρνη.
Αφού συνάντησα τους φίλους μου και πέρασα αρκετή ώρα μαζί τους και αφού εντελώς απρόσμενα συνάντησα στην Γαληνόπωρνη και άλλους καινούριους φίλους και μίλησα μαζί τους για πολύ ώρα, αποφάσισα να πάρω τον δρόμο για την επιστροφή.
Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο διαπίστωσα πως είχα αρκετό χρόνο στην διάθεση μου και έτσι αφού σκέφτηκα το αστείο με την Ραπιάν θέλησα να το κάνω πραγματικότητα.
Είχα όμως πολλούς ενδοιασμούς, κάτι με σταματούσε, δεν ήταν φοβίες αυτό που ένοιωθα, ήταν η κακή εικόνα που ήταν σφηνωμένη μέσα μου από τα παλιά.
Η Γαλάτεια είναι ένα αμιγώς τουρκικό χωριό, που οι κάτοικοι του μιλούσαν μόνο τουρκικά και πριν το 1974 απαγορευόταν στους ελληνοκύπριους η είσοδος σε αυτό.
Η Γαλάτεια είναι το χωριό όπου βρήκαν θαμμένα τα οστά του συγχωριανού μας και πρότινος αγνοούμενου Πιερή Αδάμου.
Όλα αυτά δημιούργησαν μέσα μου μια εικόνα εθνικιστών, μισαλλόδοξων ανθρώπων.
Δεν ήταν μόνο αυτό που με σταματούσε, ήταν και το πώς θα με δεχόταν ο σύζυγος της Ραπιάν, να του έλεγα τι, πως θα του συστηνόμουν, πως θα εκλάμβανε μια τέτοια απρόσμενη επίσκεψη μου.
Από την άλλη όμως σκεφτόμουν πως, μια κοπέλα σαν την Ραπιάν που είναι γεμάτη χαρά και εκπέμπει μια τόσο δυνατά θετική αύρα, δεν θα μπορούσε να είναι παντρεμένη με έναν κακό άνδρα.
Οι παντρεμένες με κακούς άνδρες μοιάζουν σαν μαραμένα τριαντάφυλλα έτοιμα να τινάξουν τα πέταλα τους, αντιθέτως η Ραπιάν είναι ένα μπουμπούκι ποτισμένο με χαρά, γεμάτο ζωή.
Αυτή μου η σκέψη, μαζί με την αγνή μου πρόθεση, με έκαναν να πάω. Δεν είχα κανένα δισταγμό μέσα μου, όσο αφελές και παράτολμο και αν ακούγεται.
Φτάνοντας στην Γαλάτεια, σταμάτησα έξω από ένα καφενείο και ρώτησα ένα από τους λιγοστούς θαμώνες αν ήξερε τον σύζυγο της Ραπιάν. Αφού κατάλαβε σωστά ποιον άνθρωπο ζητούσα, προθυμοποιήθηκε να με οδηγήσει προς το σπίτι του ανθρώπου που έψαχνα.
Καβάλησε την μοτοσυκλέτα του και τον ακολούθησα ξωπίσω με το αυτοκίνητο μου.
Φτάσαμε σε ένα σπίτι με μεγάλη αυλή μπροστά και μια μεγάλη οικογένεια να γευματίζει στη σκιά.
Ο άνθρωπος που ακολουθούσα μου έγνεψε να σταματήσω και φώναξε προς την οικογένεια, τους είπε πως ένας άγνωστος τους έψαχνε.
Δυο νεαροί γεροδεμένοι άνδρες βγήκαν στο ξεπόρτι, μαζί τους και ένας μεσόκοπος σεβάσμιος κύριος.
Κάτι είπαν στα τουρκικά με τον άνθρωπο που με συνόδευε και ο ένας από τους δυο νεαρούς με πλησίασε λέγοντας, εγώ είμαι ο Εμίρ Αλί που ψάχνεις. Μου τηλεφώνησε η σύζυγος μου και με ενημέρωσε για την πιθανή επίσκεψη σου. Ήρθες πάνω στην ώρα, έλα μέσα να φάμε.
Περπάτησα την μεγάλη αυλή φτάνοντας στο στρωμένο τραπέζι. Συστήθηκα σε όλους και μου έδωσαν καρέκλα να κάτσω, οι κοπέλες έτρεξαν για να μου φέρουν πιάτο.
Βρισκόμουν στο σπίτι των πεθερικών της Ραπιάν.
Στο τραπέζι κάθονταν ο πατέρας του Εμίρ Αλί, η μαμά του, οι δυο του αδελφές, ο σύζυγος της αδελφής του. Μαζί και τα εγγονάκια, ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι της Ραπιάν και τα δυο αγοράκια της κουνιάδας της.
Ο Εμιρ Αλί και ο σύζυγος της αδελφής του μιλούσαν υποφερτά ελληνικά αφού δούλεψαν για αρκετά χρόνια με ελληνοκύπριους στις περιοχές μας.
Οι υπόλοιποι της ομήγυρης μόνο τουρκικά μιλούσαν. Η μεγάλη θέληση και η ανάγκη επικοινωνίας δεν άφηναν την διαφορά γλώσσας να σταθεί εμπόδιο σε αυτή τη συνάντηση.
Στο τραπέζι είχε φρεσκοκομμένη σαλάτα με λαχανικά από τον κήπο του σπιτιού, κοτόπουλο της αυλής και παϊδάκια αρνίσια στη σχάρα. Ποτό μας η παγωμένη μπύρα.
Οι κουβέντες μας πολλές, τα θέματα διάφορα, ευχάριστα.
Μου μίλησαν για το χωριό και τα αμπέλια του, το κρασί και τον σουτζιούκο που παράγουν.
Στο πίσω μέρος του σπιτιού η θέα είναι απέραντη, το μάτι ξαποσταίνει στην κοιλάδα με τους αμπελώνες και στο βάθος η Πλατανισσός, ένα τούρκικο χωριό που και σε αυτό οι κάτοικοι του μιλούσαν ελληνικά.
Ο πατέρας του Εμίρ Αλί μου έδειξε το παλιό του τρακτέρ, ένα Μassey Fergusson της δεκαετίας του 50.
Καθώς περιεργαζόμουν το τρακτέρ, το βλέμμα μου πήγε πάνω σε μια δέσμη αποξηραμένης ελιάς που κρεμόταν πάνω σε μια ξύλινη δοκό στο υπόστεγο προστασίας του τρακτέρ.
Ρώτησα ποιος ο σκοπός της, ποια η χρήση της. Ο πατέρας πήρε μερικά φύλλα και έφυγε για να επιστρέψει με το αναμμένο καπνιστήρι. Καπνιστήκαμε για τον βάσκανο οφθαλμό αλλά και για να ανακαλύψουμε ακόμα μια ομοιότητα στην καθημερινότητα μας.
Αφού ήπιαμε τον κυπριακό μας καφέ και σιγουρεύοντας πως αυτή δεν θα ήταν η μοναδική μας συνάντηση, έφυγα πλήρης αγαλλίασης και τυχερός για τις νέες μου γνωριμίες.
Χθες ανήμερα του Πάσχα βίωσα την ξεχασμένη κυπριακή φιλοξενία, συναντώντας αγνούς και άψευδους κυπρίους.
Νοιώθω τυχερός αλλά και χαρούμενος που για ακόμα μια φορά, η δυνατή μου διαίσθηση δεν με πρόδωσε.
Χθες, πιθανόν για κάποιους ανθρώπους θα αμάρτησα, ο Θεός όμως με αντάμειψε με μια νέα αγνή φιλία και ένα μάθημα αγνών ανθρώπινων σχέσεων.
Στην επιστροφή μου η Ραπιάν βρισκόταν ακόμα στο καθήκον. Την ευχαρίστησα για την φιλοξενία που τα πεθερικά της μου πρόσφεραν και της είπα πως είναι πολύ τυχερή που έγινε μέλος εκείνης της οικογένειας και πως είμαι χαρούμενος που γνώρισα την οικογένεια της και τέτοιους καλούς ανθρώπους.
Ένα παράδειγμα αγνών ανθρώπινων σχέσεων.
Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, ήμουν καλεσμένος στο Πασχαλινό τραπέζι που μας προσφέρουν τα πεθερικά της αδελφότεκνης μου στη Φλάσου.
Όταν μου τηλεφώνησε η αδελφή μου από τη Λάρνακα, για να μου πει να πήγαινα μαζί τους, της είπα πως είχα αποφασίσει κάτι διαφορετικό για φέτος και της εξήγησα τα σχέδια μου.
Ήθελα να πάω στο Τουρκοκυπριακό χωριό Γαληνόπωρνη για να συναντήσω τον Τζιαφέρ και τον Σαλίχ που μιλούν ελληνικά από γεννησιμιού τους.
Στη διαδρομή θα σταματούσα στο σπίτι του παπά στη Λυθράγκωμη, για να πιω καφέ με τον Ερόλ από την Κόσιη, που και αυτός μιλά καλά ελληνικά.
Τους δυο αυτούς μουσουλμάνους φίλους, τους συνάντησα πρώτη φορά στην τελευταία μου επίσκεψη στην τουρκοκρατούμενη Καρπασία.
Έβαλα στο αυτοκίνητο μερικές φλαούνες, λίγα κόκκινα αυγά, κρασί και μερικά πακέτα καφέ για πασχαλινά δώρα, αρκετά για κάθε περίσταση.
Στο τουρκικό σημείο ελέγχουν στα Στροβίλια ήταν σε καθήκον η Ραπιάν, μια νεαρή τουρκάλα αστυνομικός, που όλως τυχαίως είναι σε καθήκον στις πλείστες φορές που περνώ από εκεί.
Η Ραπιάν είναι ένας εκ φύσεως χαρούμενος και φιλικός τύπος ανθρώπου με απλή μεσογειακή ομορφιά και γλυκό χαμόγελο.
Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί, μιλάμε για λίγο, περιγράφοντας της το πρόγραμμα της επίσκεψης μου. Μέσα από αυτές τις ολιγόλεπτες συζητήσεις, μου είπε πως είναι παντρεμένη, έχει δυο όμορφα παιδάκια, μια κόρη και ένα γιο και ότι κατοικεί στη Γαλάτεια που είναι το χωριό του συζύγου της.
Χθες, αφού μιλήσαμε για λίγο, την ρώτησα το όνομα του συζύγου της και υπό τύπον αστείου της είπα πως θα πήγαινα να τον συναντήσω.
Να πάεις μου είπε, θα είναι στο σπίτι σήμερα ο άνδρας μου και έτσι θα μπορέσεις να τον συναντήσεις.
Έφυγα ακολουθώντας πιστά το πρόγραμμα μου. Πρώτος σταθμός η Λυθράγκωμη, μετά στον Άγιο Συμεών για λίγο και ακολούθως στη Γαληνόπωρνη.
Αφού συνάντησα τους φίλους μου και πέρασα αρκετή ώρα μαζί τους και αφού εντελώς απρόσμενα συνάντησα στην Γαληνόπωρνη και άλλους καινούριους φίλους και μίλησα μαζί τους για πολύ ώρα, αποφάσισα να πάρω τον δρόμο για την επιστροφή.
Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο διαπίστωσα πως είχα αρκετό χρόνο στην διάθεση μου και έτσι αφού σκέφτηκα το αστείο με την Ραπιάν θέλησα να το κάνω πραγματικότητα.
Είχα όμως πολλούς ενδοιασμούς, κάτι με σταματούσε, δεν ήταν φοβίες αυτό που ένοιωθα, ήταν η κακή εικόνα που ήταν σφηνωμένη μέσα μου από τα παλιά.
Η Γαλάτεια είναι ένα αμιγώς τουρκικό χωριό, που οι κάτοικοι του μιλούσαν μόνο τουρκικά και πριν το 1974 απαγορευόταν στους ελληνοκύπριους η είσοδος σε αυτό.
Η Γαλάτεια είναι το χωριό όπου βρήκαν θαμμένα τα οστά του συγχωριανού μας και πρότινος αγνοούμενου Πιερή Αδάμου.
Όλα αυτά δημιούργησαν μέσα μου μια εικόνα εθνικιστών, μισαλλόδοξων ανθρώπων.
Δεν ήταν μόνο αυτό που με σταματούσε, ήταν και το πώς θα με δεχόταν ο σύζυγος της Ραπιάν, να του έλεγα τι, πως θα του συστηνόμουν, πως θα εκλάμβανε μια τέτοια απρόσμενη επίσκεψη μου.
Από την άλλη όμως σκεφτόμουν πως, μια κοπέλα σαν την Ραπιάν που είναι γεμάτη χαρά και εκπέμπει μια τόσο δυνατά θετική αύρα, δεν θα μπορούσε να είναι παντρεμένη με έναν κακό άνδρα.
Οι παντρεμένες με κακούς άνδρες μοιάζουν σαν μαραμένα τριαντάφυλλα έτοιμα να τινάξουν τα πέταλα τους, αντιθέτως η Ραπιάν είναι ένα μπουμπούκι ποτισμένο με χαρά, γεμάτο ζωή.
Αυτή μου η σκέψη, μαζί με την αγνή μου πρόθεση, με έκαναν να πάω. Δεν είχα κανένα δισταγμό μέσα μου, όσο αφελές και παράτολμο και αν ακούγεται.
Φτάνοντας στην Γαλάτεια, σταμάτησα έξω από ένα καφενείο και ρώτησα ένα από τους λιγοστούς θαμώνες αν ήξερε τον σύζυγο της Ραπιάν. Αφού κατάλαβε σωστά ποιον άνθρωπο ζητούσα, προθυμοποιήθηκε να με οδηγήσει προς το σπίτι του ανθρώπου που έψαχνα.
Καβάλησε την μοτοσυκλέτα του και τον ακολούθησα ξωπίσω με το αυτοκίνητο μου.
Φτάσαμε σε ένα σπίτι με μεγάλη αυλή μπροστά και μια μεγάλη οικογένεια να γευματίζει στη σκιά.
Ο άνθρωπος που ακολουθούσα μου έγνεψε να σταματήσω και φώναξε προς την οικογένεια, τους είπε πως ένας άγνωστος τους έψαχνε.
Δυο νεαροί γεροδεμένοι άνδρες βγήκαν στο ξεπόρτι, μαζί τους και ένας μεσόκοπος σεβάσμιος κύριος.
Κάτι είπαν στα τουρκικά με τον άνθρωπο που με συνόδευε και ο ένας από τους δυο νεαρούς με πλησίασε λέγοντας, εγώ είμαι ο Εμίρ Αλί που ψάχνεις. Μου τηλεφώνησε η σύζυγος μου και με ενημέρωσε για την πιθανή επίσκεψη σου. Ήρθες πάνω στην ώρα, έλα μέσα να φάμε.
Περπάτησα την μεγάλη αυλή φτάνοντας στο στρωμένο τραπέζι. Συστήθηκα σε όλους και μου έδωσαν καρέκλα να κάτσω, οι κοπέλες έτρεξαν για να μου φέρουν πιάτο.
Βρισκόμουν στο σπίτι των πεθερικών της Ραπιάν.
Στο τραπέζι κάθονταν ο πατέρας του Εμίρ Αλί, η μαμά του, οι δυο του αδελφές, ο σύζυγος της αδελφής του. Μαζί και τα εγγονάκια, ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι της Ραπιάν και τα δυο αγοράκια της κουνιάδας της.
Ο Εμιρ Αλί και ο σύζυγος της αδελφής του μιλούσαν υποφερτά ελληνικά αφού δούλεψαν για αρκετά χρόνια με ελληνοκύπριους στις περιοχές μας.
Οι υπόλοιποι της ομήγυρης μόνο τουρκικά μιλούσαν. Η μεγάλη θέληση και η ανάγκη επικοινωνίας δεν άφηναν την διαφορά γλώσσας να σταθεί εμπόδιο σε αυτή τη συνάντηση.
Στο τραπέζι είχε φρεσκοκομμένη σαλάτα με λαχανικά από τον κήπο του σπιτιού, κοτόπουλο της αυλής και παϊδάκια αρνίσια στη σχάρα. Ποτό μας η παγωμένη μπύρα.
Οι κουβέντες μας πολλές, τα θέματα διάφορα, ευχάριστα.
Μου μίλησαν για το χωριό και τα αμπέλια του, το κρασί και τον σουτζιούκο που παράγουν.
Στο πίσω μέρος του σπιτιού η θέα είναι απέραντη, το μάτι ξαποσταίνει στην κοιλάδα με τους αμπελώνες και στο βάθος η Πλατανισσός, ένα τούρκικο χωριό που και σε αυτό οι κάτοικοι του μιλούσαν ελληνικά.
Ο πατέρας του Εμίρ Αλί μου έδειξε το παλιό του τρακτέρ, ένα Μassey Fergusson της δεκαετίας του 50.
Καθώς περιεργαζόμουν το τρακτέρ, το βλέμμα μου πήγε πάνω σε μια δέσμη αποξηραμένης ελιάς που κρεμόταν πάνω σε μια ξύλινη δοκό στο υπόστεγο προστασίας του τρακτέρ.
Ρώτησα ποιος ο σκοπός της, ποια η χρήση της. Ο πατέρας πήρε μερικά φύλλα και έφυγε για να επιστρέψει με το αναμμένο καπνιστήρι. Καπνιστήκαμε για τον βάσκανο οφθαλμό αλλά και για να ανακαλύψουμε ακόμα μια ομοιότητα στην καθημερινότητα μας.
Αφού ήπιαμε τον κυπριακό μας καφέ και σιγουρεύοντας πως αυτή δεν θα ήταν η μοναδική μας συνάντηση, έφυγα πλήρης αγαλλίασης και τυχερός για τις νέες μου γνωριμίες.
Χθες ανήμερα του Πάσχα βίωσα την ξεχασμένη κυπριακή φιλοξενία, συναντώντας αγνούς και άψευδους κυπρίους.
Νοιώθω τυχερός αλλά και χαρούμενος που για ακόμα μια φορά, η δυνατή μου διαίσθηση δεν με πρόδωσε.
Χθες, πιθανόν για κάποιους ανθρώπους θα αμάρτησα, ο Θεός όμως με αντάμειψε με μια νέα αγνή φιλία και ένα μάθημα αγνών ανθρώπινων σχέσεων.
Στην επιστροφή μου η Ραπιάν βρισκόταν ακόμα στο καθήκον. Την ευχαρίστησα για την φιλοξενία που τα πεθερικά της μου πρόσφεραν και της είπα πως είναι πολύ τυχερή που έγινε μέλος εκείνης της οικογένειας και πως είμαι χαρούμενος που γνώρισα την οικογένεια της και τέτοιους καλούς ανθρώπους.

Comments
Post a Comment