Ημερολόγιο Θλιβερών Σελίδων…
Απόγευμα 13 Αυγούστου 1974. Η μετακόμιση του νοσοκομείου.
Παίζαμε στην αυλή του σχολείου όταν ένα φορτηγό της
Αστυνομίας μπήκε στην αυλή φορτωμένο έπιπλα. Εμείς αφήσαμε το παιχνίδι και
τρέξαμε για να δούμε ποιος ήταν ο απρόσμενος
επισκέπτης.
Στο φορτηγό ήταν δυο αστυνομικοί που μας ζήτησαν να τους βοηθήσουμε αν μπορούσαμε. Εμείς άλλο που δεν θέλαμε. με ενθουσιασμό κατεβάσαμε το φορτίο στην βεράντα του σχολείου, ήταν εξοπλισμός νοσοκομείου.
Μερικοί από εμάς ανεβήκαμε στο φορτηγό και πήγαμε στο Βαρώσι, για να βοηθήσουμε στη φόρτωση και του υπόλοιπου φορτίου. Μας πήγαν στο Markos Hotel από όπου φορτώσαμε τον εναπομείναντα εξοπλισμό.
Στην επιστροφή, κάπου στα δεξιά όπως κατηφόριζε ο δρόμος είδαμε μια οικογένεια που έσκαβε πρόχωμα για να μπουν μέσα να προστατευτούν σε ώρα ανάγκης. Κατευθυνθήκαμε προς του Δράκου και από εκεί στη Δερύνεια. Φτάνοντας πίσω στο σχολείο, οι αστυνομικοί πήραν σήμα να φύγουν για το Φρέναρος. Τους ακολουθήσαμε, πήγαμε στο δημοτικό σχολείο Φρενάρου όπου και ξεφορτώσαμε. Επιστρέψαμε στη Δερύνεια και αφού φορτώσαμε και το φορτίο που έφεραν από πριν οι αστυνομικοί, φύγαμε ο καθένας για το σπίτι του χωρίς να ζητήσουμε να μάθουμε τον λόγο εκείνης της μετακίνησης.
Σίγουρα κάποιοι ήξεραν, γιατί όμως δεν είπαν σε κανένα τίποτα;
Στο φορτηγό ήταν δυο αστυνομικοί που μας ζήτησαν να τους βοηθήσουμε αν μπορούσαμε. Εμείς άλλο που δεν θέλαμε. με ενθουσιασμό κατεβάσαμε το φορτίο στην βεράντα του σχολείου, ήταν εξοπλισμός νοσοκομείου.
Μερικοί από εμάς ανεβήκαμε στο φορτηγό και πήγαμε στο Βαρώσι, για να βοηθήσουμε στη φόρτωση και του υπόλοιπου φορτίου. Μας πήγαν στο Markos Hotel από όπου φορτώσαμε τον εναπομείναντα εξοπλισμό.
Στην επιστροφή, κάπου στα δεξιά όπως κατηφόριζε ο δρόμος είδαμε μια οικογένεια που έσκαβε πρόχωμα για να μπουν μέσα να προστατευτούν σε ώρα ανάγκης. Κατευθυνθήκαμε προς του Δράκου και από εκεί στη Δερύνεια. Φτάνοντας πίσω στο σχολείο, οι αστυνομικοί πήραν σήμα να φύγουν για το Φρέναρος. Τους ακολουθήσαμε, πήγαμε στο δημοτικό σχολείο Φρενάρου όπου και ξεφορτώσαμε. Επιστρέψαμε στη Δερύνεια και αφού φορτώσαμε και το φορτίο που έφεραν από πριν οι αστυνομικοί, φύγαμε ο καθένας για το σπίτι του χωρίς να ζητήσουμε να μάθουμε τον λόγο εκείνης της μετακίνησης.
Σίγουρα κάποιοι ήξεραν, γιατί όμως δεν είπαν σε κανένα τίποτα;
Γιατί δεν καθοδήγησαν τον κόσμο;
Γιατί δεν εμψύχωσαν τον κόσμο και να τον
πείσουν να μείνει στα σπίτια του;
Λέτε να έφυγαν εκείνοι πρώτοι;
Άραγε η οικογένεια που έσκαβε το πρόχωμα
έμεινε εκεί ή έφυγε όπως έφυγαν όλοι οι άλλοι;
14 Αυγούστου 1974 Η μεγάλη φυγή.
Πριν χαράξει ακόμα το φως, ξυπνήσαμε από εκρήξεις που ακούγονταν μακριά στα δυτικά μας. Οι συνομιλίες στη Γενεύη για επίλυση του κυπριακού προβλήματος όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την τουρκική εισβολή κατέρρευσαν. Η δεύτερη φάση της εισβολής ήταν γεγονός.
Ανησυχήσαμε αλλά περιμέναμε να ξημερώσει για να βγούμε έξω να ρωτήσουμε τι γινόταν.
Αφού ξημέρωσε για τα καλά, οι εκρήξεις και οι πυροβολισμοί πύκνωσαν και η αγωνία μεγάλωσε.
Η έλλειψη καθοδήγησης, η άγνοια και ο πανικός, μας ώθησαν να φύγουμε από το σπίτι και να αναζητήσουμε προστασία κάτω από τα δέντρα στο πιο κοντινό περιβόλι, λίγο έξω από το χωριό.
Από εκεί βλέπαμε την Αμμόχωστο να βομβαρδίζεται, να καίγεται. Τα αεροπλάνα σαν κοράκια σχίζαν από πάνω μας σπέρνοντας παντού τον όλεθρο. Μέσα στο φόβο και την αγωνία, μάταια πασκίζαμε να μάθουμε καμιά είδηση από το ραδιόφωνο του «εθνοσωτήριου καθεστώτος» που μιλούσε με συνθήματα και σχεδόν ακαταλαβίστικα.
Νωρίς το απόγευμα επιστρέψαμε στο χωριό για τον εσπερινό του δεκαπενταύγουστου. Θέλαμε να προσευχηθούμε αναζητώντας προστασία από τον Θεό και τους αγίους. Ήταν η μόνη ελπίδα που μας απέμεινε μέσα σε εκείνο το χάος.
Μείναμε στο σπίτι το βράδυ, μαζί μας μερικοί γείτονες και μια θεία με τον σύζυγο της που ήρθαν από το Βαρώσι.
Το βουητό των τροχοφόρων που διέσχιζαν τον δρόμο ποιο πέρα ασταμάτητο, δεν μας άφησε να κοιμηθούμε καθόλου όλο το βράδυ. Καμιόνια ουρές ατέλειωτες, άνθρωποι να φεύγουν τρομαγμένοι με ποδήλατα, μοτοσυκλέτες, αυτοκίνητα, τρακτέρ, φορτηγά, λεωφορεία. Η μεγάλη φυγή είχε αρχίσει…
Πριν χαράξει ακόμα το φως, ξυπνήσαμε από εκρήξεις που ακούγονταν μακριά στα δυτικά μας. Οι συνομιλίες στη Γενεύη για επίλυση του κυπριακού προβλήματος όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την τουρκική εισβολή κατέρρευσαν. Η δεύτερη φάση της εισβολής ήταν γεγονός.
Ανησυχήσαμε αλλά περιμέναμε να ξημερώσει για να βγούμε έξω να ρωτήσουμε τι γινόταν.
Αφού ξημέρωσε για τα καλά, οι εκρήξεις και οι πυροβολισμοί πύκνωσαν και η αγωνία μεγάλωσε.
Η έλλειψη καθοδήγησης, η άγνοια και ο πανικός, μας ώθησαν να φύγουμε από το σπίτι και να αναζητήσουμε προστασία κάτω από τα δέντρα στο πιο κοντινό περιβόλι, λίγο έξω από το χωριό.
Από εκεί βλέπαμε την Αμμόχωστο να βομβαρδίζεται, να καίγεται. Τα αεροπλάνα σαν κοράκια σχίζαν από πάνω μας σπέρνοντας παντού τον όλεθρο. Μέσα στο φόβο και την αγωνία, μάταια πασκίζαμε να μάθουμε καμιά είδηση από το ραδιόφωνο του «εθνοσωτήριου καθεστώτος» που μιλούσε με συνθήματα και σχεδόν ακαταλαβίστικα.
Νωρίς το απόγευμα επιστρέψαμε στο χωριό για τον εσπερινό του δεκαπενταύγουστου. Θέλαμε να προσευχηθούμε αναζητώντας προστασία από τον Θεό και τους αγίους. Ήταν η μόνη ελπίδα που μας απέμεινε μέσα σε εκείνο το χάος.
Μείναμε στο σπίτι το βράδυ, μαζί μας μερικοί γείτονες και μια θεία με τον σύζυγο της που ήρθαν από το Βαρώσι.
Το βουητό των τροχοφόρων που διέσχιζαν τον δρόμο ποιο πέρα ασταμάτητο, δεν μας άφησε να κοιμηθούμε καθόλου όλο το βράδυ. Καμιόνια ουρές ατέλειωτες, άνθρωποι να φεύγουν τρομαγμένοι με ποδήλατα, μοτοσυκλέτες, αυτοκίνητα, τρακτέρ, φορτηγά, λεωφορεία. Η μεγάλη φυγή είχε αρχίσει…
15 Αυγούστου 1974 Όνειρο απατηλό τα ελληνικά αεροπλάνα.
Ανήμερα της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο, άδειες οι εκκλησιές λειτούργησαν για την μεγάλη γιορτή. Η Αμμόχωστος και τα χωριά γύρω από αυτή είχαν σχεδόν εκκενωθεί. Λιγοστοί ήταν εκείνοι που έμειναν, ίσως πιο θαρραλέοι, μάλλον ήταν εκείνοι που δεν βρήκαν το μέσο για να φύγουν.
Εμείς μείναμε για ακόμα λίγο στο χωριό, κάποιοι γείτονες μας πρότειναν να φεύγαμε μαζί τους για όσο θα είχε φως η ημέρα.
Πήγαμε σε ένα περιβόλι με πορτοκαλιές λίγο έξω από τη Σωτήρα. Εκεί δεν βλέπαμε πια την Αμμόχωστο. Ακούγαμε όμως κάποιες εκρήξεις και βλέπαμε τα τουρκικά πολεμικά αεροπλάνα που κατά διαστήματα έσχιζαν τον γαλανό καλοκαιρινό ουρανό.
Δεν μας έφτανε ο φόβος, πεινάσαμε κιόλας. Αλλά φαγητό δεν πήραμε μαζί μας.
Ανήμερα της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο, άδειες οι εκκλησιές λειτούργησαν για την μεγάλη γιορτή. Η Αμμόχωστος και τα χωριά γύρω από αυτή είχαν σχεδόν εκκενωθεί. Λιγοστοί ήταν εκείνοι που έμειναν, ίσως πιο θαρραλέοι, μάλλον ήταν εκείνοι που δεν βρήκαν το μέσο για να φύγουν.
Εμείς μείναμε για ακόμα λίγο στο χωριό, κάποιοι γείτονες μας πρότειναν να φεύγαμε μαζί τους για όσο θα είχε φως η ημέρα.
Πήγαμε σε ένα περιβόλι με πορτοκαλιές λίγο έξω από τη Σωτήρα. Εκεί δεν βλέπαμε πια την Αμμόχωστο. Ακούγαμε όμως κάποιες εκρήξεις και βλέπαμε τα τουρκικά πολεμικά αεροπλάνα που κατά διαστήματα έσχιζαν τον γαλανό καλοκαιρινό ουρανό.
Δεν μας έφτανε ο φόβος, πεινάσαμε κιόλας. Αλλά φαγητό δεν πήραμε μαζί μας.
Ξεδιψάσαμε και χορτάσαμε την πείνα μας
με άγουρα πράσινα πορτοκάλια.
Θα ήταν μεσημέρι όταν μια ομάδα στρατιωτών άραξε μέσα στο περιβόλι.
Φαίνονταν κουρασμένοι και ανήσυχοι, δεν μίλησαν μαζί μας αλλά τους ακούγαμε που μιλούσαν μεταξύ τους.
Αργά το απόγευμα άρχισαν να πανηγυρίζουν, φώναζαν με ενθουσιασμό και ζητωκραύγαζαν: Ήρθαν ελληνικά πολεμικά αεροπλάνα και βομβάρδιζαν το λιμάνι της Αμμοχώστου.
Κάποιοι μάλιστα ήθελαν να το γιορτάσουν ρίχνοντας πυροβολισμούς στον αέρα.
Θα ήταν μεσημέρι όταν μια ομάδα στρατιωτών άραξε μέσα στο περιβόλι.
Φαίνονταν κουρασμένοι και ανήσυχοι, δεν μίλησαν μαζί μας αλλά τους ακούγαμε που μιλούσαν μεταξύ τους.
Αργά το απόγευμα άρχισαν να πανηγυρίζουν, φώναζαν με ενθουσιασμό και ζητωκραύγαζαν: Ήρθαν ελληνικά πολεμικά αεροπλάνα και βομβάρδιζαν το λιμάνι της Αμμοχώστου.
Κάποιοι μάλιστα ήθελαν να το γιορτάσουν ρίχνοντας πυροβολισμούς στον αέρα.
Όνειρο απατηλό, τούρκικα ήταν τα αεροπλάνα.
Πριν πέσει το σκοτάδι, κάποιοι μας είπαν
πως δεν θα ήταν ασφαλές αν μέναμε μαζί τους.
Επιστρέψαμε στο σπίτι για να ακούσουμε
και τα τελευταία τροχοφόρα να μεταφέρουν τους εναπομείναντες της μεγάλης φυγής.
Μετά από λίγο όλοι αυτοί που μέσα στον
πανικό και την σύγχυση έφυγαν λόγω έλλειψης καθοδήγησης και συντονισμού, θα
μάθαιναν για πρώτη φορά και θα ένοιωθαν στο πετσί τους την πίκρα της
προσφυγιάς…
16 Αυγούστου 1974. Αι ημέτεραι
δυνάμεις αναδιπλούντε ομαλώς.
Ξυπνήσαμε μέσα σε μια ανήσυχη ηρεμία. Δεν ακούγαμε πυροβολισμούς, ούτε εκρήξεις. Τα τροχοφόρα κόπασαν, σαν να έφυγαν όλοι. Δεν ξέραμε τι γινόταν ακριβώς. Το ραδιόφωνο έπαψε να αναμασά το «ο εχθρός έπεσε στη θάλασσα» και άρχισε να μεταδίδει πως: Αι ημέτεραι δυνάμεις αναδιπλούντε ομαλώς. Κάποιοι που καταλάβαιναν τι σήμαινε αυτό, μας είπαν να φύγουμε μαζί τους, να πηγαίναμε στα περιβόλια της Δερύνειας μέσα στις βρετανικές βάσεις. Στριμωχτήκαμε καμιά δεκαριά ψυχές μέσα σε ένα Morris Minor και ακολουθώντας τους χωμάτινους αγροτικούς δρόμους φτάσαμε στα περιβόλια τους εβραίους στο 4μίλι.
Κάθε πορτοκαλιά και οικογένεια, φωνές, κλάματα, πανικός. Μαζεύτηκαν εκεί μέσα τόσοι πολλοί που δεν μπορέσαμε να μπούμε μέσα στο περιβόλι. Μείναμε λίγο πιο έξω, στη σκιά των κυπαρισσιών.
Δεν πέρασε λίγη ώρα και άρχισαν να ακούγονται διπλές εκρήξεις σε κοντινή απόσταση στα βόρεια μας.
Ένα αγγλικό περίπολο ήρθε κοντά μας και κάτι μας έλεγαν στη γλώσσα τους. Με τα λίγα αγγλικά που ξέραμε καταλάβαμε πως ήθελαν να φύγουμε από εκεί.
Μέσα από ένα χάρτη που κρατούσαν, μας έδειχναν την πορεία που θα ακολουθούσαν τα τουρκικά στρατεύματα. Η πορεία ήταν χαραγμένη με κόκκινη γραμμή και αποτύπωνε την γραμμή αντιπαράταξης όπως έχει σήμερα.
Ξυπνήσαμε μέσα σε μια ανήσυχη ηρεμία. Δεν ακούγαμε πυροβολισμούς, ούτε εκρήξεις. Τα τροχοφόρα κόπασαν, σαν να έφυγαν όλοι. Δεν ξέραμε τι γινόταν ακριβώς. Το ραδιόφωνο έπαψε να αναμασά το «ο εχθρός έπεσε στη θάλασσα» και άρχισε να μεταδίδει πως: Αι ημέτεραι δυνάμεις αναδιπλούντε ομαλώς. Κάποιοι που καταλάβαιναν τι σήμαινε αυτό, μας είπαν να φύγουμε μαζί τους, να πηγαίναμε στα περιβόλια της Δερύνειας μέσα στις βρετανικές βάσεις. Στριμωχτήκαμε καμιά δεκαριά ψυχές μέσα σε ένα Morris Minor και ακολουθώντας τους χωμάτινους αγροτικούς δρόμους φτάσαμε στα περιβόλια τους εβραίους στο 4μίλι.
Κάθε πορτοκαλιά και οικογένεια, φωνές, κλάματα, πανικός. Μαζεύτηκαν εκεί μέσα τόσοι πολλοί που δεν μπορέσαμε να μπούμε μέσα στο περιβόλι. Μείναμε λίγο πιο έξω, στη σκιά των κυπαρισσιών.
Δεν πέρασε λίγη ώρα και άρχισαν να ακούγονται διπλές εκρήξεις σε κοντινή απόσταση στα βόρεια μας.
Ένα αγγλικό περίπολο ήρθε κοντά μας και κάτι μας έλεγαν στη γλώσσα τους. Με τα λίγα αγγλικά που ξέραμε καταλάβαμε πως ήθελαν να φύγουμε από εκεί.
Μέσα από ένα χάρτη που κρατούσαν, μας έδειχναν την πορεία που θα ακολουθούσαν τα τουρκικά στρατεύματα. Η πορεία ήταν χαραγμένη με κόκκινη γραμμή και αποτύπωνε την γραμμή αντιπαράταξης όπως έχει σήμερα.
Αφού τελικά καταλάβαμε σωστά τι μας έλεγαν οι Άγγλοι
στρατιώτες, τρέξαμε να το πούμε σε όποιους βλέπαμε γύρω μας.
Οι εκρήξεις συνεχίζονταν με μεγαλύτερη ένταση, ήταν τα τουρκικά άρματα που έφτασαν κάπου στα βόρεια της Αχερίτου και κτυπούσαν το στρατόπεδο της Ε.Φ στο Δυόμισι Μίλι, που είχε εγκαταλειφτεί από πριν.
Μέσα σε λίγη ώρα μια ατέλειωτη φάλαγγα τροχοφόρων έπαιρνε το δρόμο για το Δασάκι της Άχνας. Τόσο κόσμο και τόσα αυτοκίνητα δεν είχαμε δει ποτέ πιο πριν.
Μέχρι εμείς να φτάσουμε στο Δασάκι οι τούρκοι ανενόχλητοι έφτασαν στο Βαρώσι…
Οι εκρήξεις συνεχίζονταν με μεγαλύτερη ένταση, ήταν τα τουρκικά άρματα που έφτασαν κάπου στα βόρεια της Αχερίτου και κτυπούσαν το στρατόπεδο της Ε.Φ στο Δυόμισι Μίλι, που είχε εγκαταλειφτεί από πριν.
Μέσα σε λίγη ώρα μια ατέλειωτη φάλαγγα τροχοφόρων έπαιρνε το δρόμο για το Δασάκι της Άχνας. Τόσο κόσμο και τόσα αυτοκίνητα δεν είχαμε δει ποτέ πιο πριν.
Μέχρι εμείς να φτάσουμε στο Δασάκι οι τούρκοι ανενόχλητοι έφτασαν στο Βαρώσι…
17 Αυγούστου 1974. Παραπλανητική Είδηση.
Το εθνοσωτήριο καθεστώς μέσα από το φερέφωνο
του ΡΙΚ καλεί τους αστυνομικούς να παρουσιαστούν στην Τεχνική Σχολή Αμμοχώστου.
Αρκετός κόσμος πίστεψε στην είδηση και προσπάθησε να επιστρέψει στο Βαρώσι, ανακόπηκαν
όμως από τα τουρκικά στρατεύματα. Κάποιοι πρόλαβαν να ξεφύγουν, άλλοι πιάστηκαν
αιχμάλωτοι και κάποιοι δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω.
18 Αυγούστου 1974. Άγνωστες λέξεις μας γίνονται
βιός.
Πρόσφυγες, Αιχμάλωτοι, Πεσόντες, Αγνοούμενοι,
Εγκλωβισμένοι.
Συνοικισμοί, Τσαντίρια, Συσσίτια, Ράσιο,
και πόσες άλλες λέξεις γίνονται μέρος της καθημερινότητας μας.
Ατέλειωτες ουρές ταπείνωσης και
εξευτελισμού για ένα τρύπιο παντελόνι, για μια κονσέρβα…

Comments
Post a Comment