Από τον παγωμένο Καύκασο, στην ζέστη της Κύπρου το 1898.
Σε μια παράγραφο,
κάπου στη μέση του βιβλίου «Ταξίδι στην Κύπρο το 1900» το οποίο μου δάνεισε ο φίλος
μου ο Αντώνης, γίνεται αναφορά σε ένα ψωραλέο σκύλο που ήταν ότι απέμεινε από
τους Dukobortzi που εγκατέλειψαν
το Πέργαμος λίγο χρόνο πιο πριν.
Ποιοι ήταν όμως εκείνοι
οι άνθρωποι που κατοίκισαν για λίγο στο Πέργαμος, στα τέλη του 19ου αιώνα;
Προσωπικά, πρώτη φορά
γινόμουν κοινωνός της ύπαρξης τους.
Οι Ντουχάποροι (Doukhobors) είναι μια θρησκευτική αίρεση που έκανε
την εμφάνιση της στην Ουκρανία στις αρχές του 18ου αιώνα.
Η πρώτη γνωστή
αναφορά για τους Ντουχάποροι έγινε το 1734μ.Χ με την ονομασία Iconobors (εικονομάχοι)
Το 1785μ.Χ ο αρχιεπίσκοπος
Αμβρόσιος του Αικατερινοσλάβ, τους αποκάλεσε Doukhobors (πνευματομάχοι) ότι δηλαδή μάχονταν ενάντια στο
Άγιο Πνεύμα, ενώ οι ίδιοι δήλωναν Doukhobors (υπέρμαχοι του Αγίου Πνεύματος)
Βασική θεώρηση
τους, είναι ο ενάρετος βίος.
Πιστεύουν στην αδιαίρετο
Αγία Τριάδα και στο πνεύμα και την αλήθεια του Χριστού.
Δεν αποδέχονται
την αναγκαιότητα ύπαρξης των ιερέων και
των ναών. Έτσι, δεν έχουν εκκλησίες και εικόνες. Δεν κάνουν λειτουργίες, ούτε
και μυστήρια. Δεν κάνουν τον σταυρό τους.
Αντί εκκλησίας
και λειτουργίας, μαζεύονται ανα μικρές ομάδες σε σπίτια, όπου ψάλλουν και τραγουδούν
θρησκευτικά τραγούδια.
Απαγορεύεται αυστηρά
ο όρκος, ο φόνος και η σκλαβιά, γι’ αυτό δεν έχουν όπλα ούτε και εκτρέφουν οικόσιτα
ζώα, γιατί θεωρούν πως τα υποβάλλουν σε σκλαβιά.
Είναι
φιλειρηνιστές και ίσοι μεταξύ τους, αλλά και με τους γύρω τους.
Ζουν υπό τύπον
κοινοβίου και έχουν κοινόν ταμείο. Οι δε αποφάσεις τους είναι συλλογικές.
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά,
τους έκαναν να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους Ρώσους, με αποτέλεσμα να βρίσκονταν
υπό συνεχή διωγμό. Εκείνος ο διωγμός, τους ανάγκασε να μετακινηθούν σε διάφορες
περιοχές της Ρωσίας, διαδίδοντας άθελα τους, την θρησκεία και τις συνήθειες τους.
Το 1801μ.Χ ο τσάρος
Αλέξανδρος Α’ τους μάζεψε και τους εγκατέστησε στην περιοχή Molochnye Vody της Ταυρίδας κοντά στον Δνείπερο ποταμό.
Στην διάρκεια της
βασιλείας της Αικατερίνης Β’ απολάμβαναν κάποιας ελευθερίας, έτσι ο αριθμός
τους αυξήθηκε σημαντικά.
Το 1841μ.Χ ο
τσάρος Νικόλαος Α’, τους μετέφερε στην περιοχή Elizavetpol στα βουνά του Καυκάσου, όπου και εγκαταστάθηκαν.
Στην διάρκεια της
παραμονής τους στον Καύκασο, έτυχαν διωγμών και κάποιοι από αυτούς εξορίστηκαν
στην Σιβηρία. Εκείνοι οι εξόριστοι έγιναν χορτοφάγοι και επιστρέφοντας στον
Καύκασο το 1892μ.Χ έπεισαν τους υπόλοιπους Ντουχάποροι, να γίνουν χορτοφάγοι. Ταυτόχρονα
απαγόρευσαν τα οινοπνευματώδη ποτά και το κάπνισμα.
Το 1894μ.Χ δόθηκε
διαταγή όπως, όλοι οι Ρώσοι να έδιναν όρκο πίστης στον Τσάρο Νικόλαο Β’ και να
κατατάσσονταν στον Ρωσικό στρατό.
Οι Ντουχάποροι αρνήθηκαν
να ορκιστούν. Αναγκάστηκαν όμως να καταταγούν στον στρατό.
Στις 28 Ιουνίου
1895μ.Χ οι Ντουχάποροι αποφάσισαν να κάψουν τα όπλα που τους είχαν δοθεί. Έτσι,
το βράδυ της ίδιας μέρας, μάζεψαν όλα τα όπλα και τα έριξαν στην φωτιά. Καθίσανε
όλοι γύρω από τα καιόμενα όπλα, ψάλλοντας
και τραγουδώντας μέχρι το πρωί της επόμενης μέρας.
Τους επιτέθηκαν
όμως οπλισμένοι Κοζάκοι διαλύοντας τους δια της βίας και τους ρήμαξαν τα σπίτια
και τις περιουσίες τους.
Εκείνο το γεγονός,
ήρθε εις γνώση του Λέων Τολστόι ο οποίος το δημοσιοποίησε, αρθρογραφώντας σε διάφορα
έντυπα στην Ρωσία και στο εξωτερικό.
Μέσα από την αρθρογραφία
του Τολστόι, το πρόβλημα των Ντουχάποροι έγινε γνωστό στους Quakers στην Αγγλία, οι οποίοι έδειξαν μεγάλο
ενδιαφέρον και προσέτρεξαν προς βοήθεια.
Αφού ήρθαν σε επαφή
με τον Τολστόι, οι Quakers μέσα από την οργάνωση τους English Society of Friends, αρχίσαν να κάνουν ενέργειες για την μεταφορά των Ντουχάποροι στο
εξωτερικό.
Ο Τσάρος πείστηκε
να τους αφήσει να φύγουν στο εξωτερικό, με την προϋπόθεση ότι θα έφευγαν με
δικά τους έξοδα και ότι δεν θα επέστρεφαν ποτέ.
Οι Quakers μαζί με τον Τολστόι, άρχισαν να μαζεύουν
χρήματα για να καλύψουν τα έξοδα του ταξιδιού και για τις ανάγκες των Ντουχάποροι
. Ταυτόχρονα έκαναν διάφορες σκέψεις για πιθανούς προορισμούς.
Θεώρησαν την
Κύπρο ως ιδανικόν προορισμό, γιατί ήταν ένα νέο Αγγλικό προτεκτοράτο και η
απόσταση του πιο μικρή από τις διάφορες άλλες επιλογές.
Στις αρχές του
1898μ.Χ οι Quakers άρχισαν
επαφές με τον Κυβερνήτη της Κύπρου για να τον πείσουν να επιτρέψει την εγκατάσταση
των Ντουχάποροι στην Κύπρο.
Ο Λέων Τολστόι με
την σειρά του, διέθεσε όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις των βιβλίων του
«Ανάστασης» και « Πάτερ Σέργιος» για κάλυψη των αναγκών των Ντουχάποροι.
Εκείνη την χρονιά,
ο Τολστόι προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μαθαίνοντας το, έστειλε επιστολή
προς την Σουηδική Ακαδημία, ζητώντας όπως σε περίπτωση που θα επιλεγόταν για το
Νόμπελ, το χρηματικο ποσό που συνόδευε το βραβείο, να δινόταν στους Ντουχάποροι.
Όταν οι
Ντουχάποροι πληροφορήθηκαν για την παραχώρηση άδειας εξόδου από την χώρα, εγκατέλειψαν
τα χωριά τους στον Καύκασο και εγκαταστάθηκαν στο Μπατούμ της Γεωργίας, αναμένοντας
υπό άθλιες συνθήκες, την ημέρα αναχώρησης τους για το εξωτερικό.
Οι άθλιες συνθήκες
διαμονής, προκάλεσαν προβλήματα υγείας σε αρκετούς από τους καταπονημένους
Ντουχάποροι.
Στην Κύπρο οι προσπάθειες
για έγκριση εισόδου συνεχίζονταν. Ο κυβερνήτης ανησυχούσε για μια πιθανή αντίδραση
των ντόπιων κατοίκων, αλλά και από φόβο μήπως οι Ντουχάποροι έφερναν στο νησί μολυσματικές
ασθένειες.
Ο κυπριακός τύπος
αντέδρασε αρνητικά στο άκουσμα της πιθανής εγκατάστασης ξένων στο νησί.
Οι μέρες περνούσαν
και οι Ντουχάποροι στο Μπατούμ, ανησυχούσαν μήπως ο Τσάρος άλλαζε γνώμη και δεν
τους επέτρεπε να φύγουν από την χώρα.
Πριν προλάβουν να
γίνουν όλες οι διευθετήσεις για την ομαλή εγκατάσταση τους στην Κύπρο, οι Ντουχάποροι
στο Μπατούμ, ναύλωσαν εσπευσμένα ένα πλοίο
και στις 19 Αυγούστου 1898 μια ομάδα από 1129 Ντουχάποροι, επιβιβάστηκαν στο
γαλλικό ατμόπλοιο Le Douro, αναχωρώντας για την Κύπρο.
Έφτασαν στην
Κύπρο στις 26 Αυγούστου. Την μεγάλη εκείνη ομάδα αποτελούσαν 326 άνδρες, 360 γυναίκες,
221 αγόρια και 222 κορίτσια.
Αποβιβάστηκαν στην
Λάρνακα και μπήκαν σε υποχρεωτική καραντίνα, σε περιφραγμένο χώρο δίπλα από το λιμάνι.
Τρεις μέρες αργότερα,
έφτασε στη Λάρνακα ο φίλος του Τολστόι Pavel Biryukov με σκοπό
να συναντούσε τους νεοαφιχθέντες συμπατριώτες του και να τους βοηθούσε στην εγκατάσταση
τους σε κάποιο αγρόκτημα. Στην προσπάθεια του αυτή, θα τον βοηθούσε ο Τολστοϊκός
Arthur St. John που βρισκόταν ήδη στο νησί.
Οι προσπάθειες
για εξεύρεση μεγάλου αγροκτήματος, για εγκατάσταση όλων των Ντουχάποροι στο ίδιο
μέρος απέτυχαν. Έτσι αναγκάστηκαν να τους χωρίσουν σε μικρότερες ομάδες, με την
πρώτη ομάδα να βρίσκει καταφύγιο στο αγρόκτημα της Αθαλάσσας στα νοτιοανατολικά
της Λευκωσίας. Το αγρόκτημα ενοικιάστηκε από την Eastern and Colonial Agency για το ποσό των 200 λιρών ετησίως.
Στο αγρόκτημα της
Αθαλάσσας, έφτασαν 578 άτομα, με όνειρο να έκτιζαν το νέο τους χωριό και να το ονόμαζαν
Efremovka εις ανάμνηση
του παλιού χωριού τους στη Ρωσία.
Προς μεγάλη τους έκπληξη,
βρήκαν στο αγρόκτημα Αρμένιους εργάτες, που μάζευαν τα πράγματα τους για να εγκατέλειπαν
τον χώρο. Το γεγονός εκείνο, στεναχώρησε πολύ τους Ντουχάποροι, γιατί ένοιωσαν
σαν να έκλεβαν την ζήση άλλων ανθρώπων.
Εν τω μεταξύ, 6 άτομα
πέθαναν στην καραντίνα, πριν προλάβουν να μετακινηθούν στη νέα τους κατοικία.
Λίγες μέρες αργότερα
έγιναν διευθετήσεις, έτσι που 445 άτομα μεταφέρθηκαν στο Πέργαμος όπου εγκαταστάθηκαν
σε εγκαταλελημένα τούρκικα σπίτια.
Τα υπόλοιπα 100 άτομα,
εγκαταστάθηκαν σε αγρόκτημα στα Κούκλια της Μεσαορίας, όπου και εκείνοι συνάντησαν
Αρμένιους εργάτες που έφτασαν στην Κύπρο από τον Καύκασο δυο-τρία χρόνια πιο
πριν.
Η αντιμετώπιση από
τους ντόπιους κατοίκους δεν ήταν εχθρική απέναντι τους.
Αφιλόξενο ήταν το
κλίμα που με την αφόροιτη ζέστη του καλοκαιριού και την αποπνικτική υγρασία δυσκόλευαν
την ζωή των νέων εποίκων.
Μέρα με την μέρα
οι Ντουχάποροι έχαναν δικούς τους ανθρώπους, που πέθαιναν από ασθένειες όπως η
μαλάρια, ο τύφος και η ευλογιά.
Παρά τις
κακουχίες, τις ασθένειες και τους θανάτους, οι Ντουχάποροι συνέχιζαν την ζωή τους,
φτιάχνοντας τα σπίτια τους και καλλιεργώντας την γη που τους παραχωρήθηκε.
Παρόλα αυτά δεν ήταν ευτυχισμένοι. Το
περιστατικό με τους Αρμένιους, ο διαχωρισμός τους σε ομάδες, το ανθυγιεινό κλίμα
και η αβεβαιότητα, τους έκαναν να θέλουν να φύγουν.
Μια είδηση που έφτασε
κοντά τους στο τέλος Δεκεμβρίου, τους αναστάτωσε ακόμα πιο πολύ. Στις 22 Δεκεμβρίου
του 1898 περισσότεροι από δυο χιλιάδες Ντουχάποροι που είχαν απομείνει στο Μπατούμ,
αναχώρησαν με πλοίο με προορισμό τον Καναδά.
Η μεγάλη απόφαση είχε
παρθεί, οι Ντουχάποροι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο.
Έτσι στις 18 Απριλίου
του 1899 αφήνοντας πίσω τους τα σπίτια, την σοδιά τους και τα μνήματα των 108 νεκρών
τους, επιβιβάστηκαν στο ατμόπλοιο Lake Superior με προορισμό
τον Καναδά, όπου θα ξανάσμιγαν με τους υπόλοιπους Ντουχάποροι που έφυγαν από το
Μπατούμ.
Βίκτωρ
Καραγιάννης.
Βιβλιογραφία:
Ταξίδι στην Κύπρο
το 1900, by Rider Haggard. Μετάφραση: Ελένη Χαπελή.
The Doukhobors on Cyprus, by Pavel Biryukov.
With the Doukhobors on Cyprus, by Stepanovich Prokhanov.
A Courteous and Well Conducted Community: The Doukhobors in
Cyprus 1898/9, by Carla King.

Comments
Post a Comment