Ο Καρκίνος στη Κύπρο και η συνεισφορά του ΠΑΣΥΚΑΦ.
Η δική μου βιωματική μαρτυρία.
"Φαγωμένη από τον καρκίνο".
Ξημερώματα της Πέμπτης, 21 Ιουνίου του 2012, έφυγε από την ζωή η μάνα μου,
φαγωμένη από τον καρκίνο. Αιτία θανάτου
της η ακατάσχετη αιμορραγία που της προκάλεσε ο επιθετικός μεταστατικός
καρκίνος του δέρματος.
Ποια ήταν όμως αυτή η γυναίκα, η μάνα μου, και πώς κατέληξε να βλέπει μέσα
στον καθρέφτη τον καρκίνο να της τρώει τις σάρκες; Η Θεορού της Σιήρας, η μάνα μου, καταγόταν
από τα Λιμνιά της Αμμοχώστου. Στα είκοσι
τέσσερα της χρόνια η αγάπη της για τον Γιαννή τον Καλυβίτη την έφεραν στο χωριό
του, τη Δερύνεια, εκεί όπου ευτύχησαν να ζήσουν μαζί μόνο δεκατρία δύσκολα,
αλλά όμορφα χρόνια, μέσα στα οποία απέκτησαν πέντε παιδιά. Δυστυχώς, ο πατέρας μου, ο Γιαννής έφυγε από
την ζωή στα τριάντα τρία του χρόνια και άφησε μόνη την Θεορού να αναθρέψει τα
πέντε παιδιά, με το μεγαλύτερο να είναι έντεκα χρονών, κοριτσάκι, και το
μικρότερο δύο μόλις χρονών, αγοράκι.
Έτσι η μάνα μας, η Θεορού του Καλυβίτη πια, χήρα και μαυροφορημένη
κουβαλούσε το πένθος της παντού για χρόνια.
Ντυμένη στα μαύρα δούλεψε σκληρά για χρόνια μέσα στον καυτό ήλιο του
καλοκαιριού, για να αναθρέψει τα παιδιά της.
Δούλεψε ως εργάτρια στα χωράφια, στις οικοδομές, στις ασφαλτοστρώσεις
των δρόμων. Για κάποια χρόνια έφτιαχνε
παγωτό που το πουλούσε, σπρώχνοντας ένα χειράμαξο μέσα στο χωριό και σε κάποια
πανηγύρια. Συχνά τις Κυριακές μαγείρευε
σε γάμους, έβαζε ψητά στο φούρνο. Άναβε
πέντε με δέκα φούρνους κάθε φορά, σχεδόν ψηνόταν κι η ίδια κάθε φορά στην αύρα
τους. Ευτυχώς οι συνθήκες καλυτέρευσαν
για εκείνη όσον αφορά τη δουλειά, όταν την προσέλαβαν σε εστιατόριο αρχικά και
σε ξενοδοχείο αργότερα. Δύσκολα χρόνια,
αλλά η μάνα τα κατάφερνε, ανέθρεψε τα παιδιά της όπως μπορούσε καλύτερα,
στηριζόμενη στις δικές της δυνατότητες και γνώσεις.
Όταν τελικά μπόρεσε να ορθοποδήσει και να χαρεί για λίγο τη ζωή της, τότε
ανεπαίσθητα ένα άσπρο μικροσκοπικό στίγμα εμφανίστηκε στο πρόσωπο της. Εμείς, τα παιδιά της, θορυβημένοι, την πήγαμε
θυμάμαι σε ένα γιατρό που καθάρισε το σημαδάκι και συμβούλεψε να συνεχιστεί η
θεραπεία με την χρήση κάποιων ειδικών φαρμάκων.
Ωστόσο το άσπρο σημάδι εμφανίστηκε και πάλι, κάπως μεγαλύτερο τη δεύτερη
φορά. Ο γιατρός προέβη σε μια μικρή
επέμβαση, αφαίρεσε "κάτι" από το δέρμα, το οποίο έστειλε για βιοψία. Δυστυχώς, είτε επειδή δεν καταλάβαμε σωστά,
είτε επειδή δεν διαβάσαμε οι ίδιοι τα αποτελέσματα της βιοψίας, είτε επειδή δεν
τύχαμε σωστής καθοδήγησης, μείναμε εφησυχασμένοι και δεν ζητήσαμε μια άλλη,
δεύτερη ιατρική γνωμάτευση.
Όλα ξεκίνησαν λοιπόν με το άσπρο σημαδάκι στο πρόσωπο της μάνας που μέρα με
τη μέρα έγινε ένα μικροσκοπικό κουβαράκι κάτω από το δέρμα, στην περιοχή της
κάτω σιαγόνας. Το κουβαράκι με τη σειρά
του έγινε μικρός όγκος που έπρεπε να αφαιρεθεί άμεσα. Η εγχείρηση για την αφαίρεσή του έγινε τελικά
στο Γενικό Νοσοκομείο της Λευκωσίας, όπου οι γιατροί και το νοσηλευτικό
προσωπικό ήταν άψογοι στη δουλειά τους και πολύ ευγενικοί απέναντί μας.
Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, η μάνα θα έπρεπε να υποβληθεί στην
απαιτούμενη χημειοθεραπεία, που απαιτούσε μία καθημερινή μετάβαση στη Λευκωσία
για την καθημερινή φροντίδα της πληγής της και τη νοσηλευτική
παρακολούθηση. Ομολογουμένως τότε
βρεθήκαμε σε δύσκολη θέση. Ήμασταν πέντε παιδιά που κατοικούσαμε σε
διαφορετικές περιοχές και ο καθένας είχε την οικογένεια και τη δουλειά του. ωστόσο επιβαλλόταν να βρεθεί λύση στο πρόβλημα
της μάνα μας. Μας σύστησαν τότε τον
ΠΑΣΥΚΑΦ. Ήταν η σωτηρία μας, αφού μία
νοσοκόμα θα ερχόταν καθημερινά στο σπίτι της μάνας μας ενώ το λεωφορείο του
ΠΑΣΥΚΑΦ θα μετέφερε τη μάνα στη Λευκωσία, όποτε χρειαζόταν. Η προσφορά του ΠΑΣΥΚΑΦ κράτησε ένα χρόνο
περίπου, αφού ο Σύνδεσμος έμεινε στο πλευρό μας, μέχρι που τελικά θάψαμε την
μάνα μας.
Με τη χημειοθεραπεία η Θεορού είχε αδυνατίσει αλλά εξακολουθούσε να έχει
καλή ψυχολογία έστω και αν με την εγχείρηση της αφαιρέθηκε ένα νεύρο, γεγονός
που επηρέασε αρνητικά τη λειτουργία του ενός ματιού και της κάτω γνάθου.
Το Πάσχα του 2012 πήγα στο σπίτι και βρήκα την μάνα μου ξαπλωμένη. Ήταν αργά το απόγευμα και την ρώτησα γιατί
ξάπλωνε τέτοια ώρα. Εκείνη μου είπε πως
ένιωθε κουρασμένη. Νόμισα πως
ένιωθε κούραση λόγω της ασθένειάς της
και όχι λόγω άλλων δραστηριοτήτων της, αφού τις δουλειές στο σπίτι τις έκανε
πλέον η βοηθός που της είχαμε φέρει από πριν για συντροφιά. Έτσι την άφησα να ξεκουραστεί και πήγα στης
αδελφής μου, στο διπλανό σπίτι, ενημερώνοντάς την για την κατάσταση της μάνας και
μαθαίνοντας από αυτήν ότι η Θεορού πέρασε την μέρα της φτιάχνοντας φλαούνες και
κουπέπια. Δεν παραξενεύτηκα καθόλου, όταν
στη συνέχεια η μάνα μου είπε: "Θα σε άφηνα το Πάσχα χωρίς φλαούνες και
κουπέπια;" Αυτή ήταν η μάνα μου.
Μια ζωή αυτά έκανε.
Ξάπλωσε να ξεκουραστεί για λίγο, όπως είπε, αλλά δεν ξανασηκώθηκε
ποτέ. Πέρασε το Πάσχα στο κρεβάτι όπως
και τους επόμενους μήνες μέχρι τον θάνατο της.
Τη Δευτέρα του Πάσχα όλη η οικογένεια μαζεύτηκε για να ανταλλάξουμε τις
αναστάσιμες ευχές και να ευχηθούμε στη μάνα γρήγορη ανάρρωση. Τότε συνειδητοποίησα πως άρχισε η αντίστροφη
μέτρηση, αφού τα σημάδια στο δέρμα της μεγάλωναν και άρχισαν να γίνονται τρύπες
στο σώμα της. Λίγες ημέρες αργότερα είχε
την πρώτη ακατάσχετη αιμορραγία. Τα
πράγματα χειροτέρευαν, γι' αυτό τον λόγο αποφασίσαμε πως έπρεπε να μένει μαζί
της ένας από εμάς κάθε βράδυ, για ασφάλεια, αλλά και για να μας νιώθει κοντά
της. Δεν θέλαμε να την μετακινήσουμε από
το σπίτι, δεν νιώθαμε καλά με μια τέτοια ιδέα που θα ήταν ίσως το πικρότερο
ποτήρι για τη μάνα μας σε όλη της την ζωή.
Όλη μέρα είχε στο πλευρό της τις γειτόνισσες, τις θείες αλλά και φίλες που
μάθαιναν τα δυσάρεστα νέα. Μαζευόμασταν
και εμείς τα απογεύματα όσο πιο συχνά μπορούσαμε. Η κατάσταση όμως χειροτέρευε, ο καρκίνος ήταν
αδηφάγο τέρας, οι τρύπες είχαν γίνει πια κρατήρες στο σβέρκο και τον ώμο της,
τόσο βαθιές και μεγάλες που χωρούσαν αυγό μέσα τους. Οι πόνοι αβάστακτοι. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να τους
αντέξει. Μια δυνατή διαπεραστική δυσοσμία
αναδυόταν από τις πληγές, βρομούσε σάπιο κρέας. Αυτή την άσχημη δυσοσμία την
έπαιρνα μαζί μου στο σπίτι, στη Λευκωσία όπου εμένα και δεν μπορούσα να πιστέψω
πως συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ρώτησα,
θυμάμαι, την νοσοκόμα του ΠΑΣΥΚΑΦ πως άντεχε εκείνη τη δυσοσμία, λέγοντας της
αυτό που μου συνέβαινε, για να μου απαντήσει πως η δυσοσμία είναι τόσο δυνατή
που σε ακολουθεί μέχρι να την συνηθίσεις.
Η μάνα ήταν πια στον ορό και στα παυσίπονα.
Το καταπονημένο της κορμί μίκραινε μέρα με τη μέρα μέσα στο κρεβάτι
της. Η ψυχολογία της στα πάνω και στα
κάτω της. Παρά τους πόνους και την
αδυναμία, κάποιες μέρες καταλάβαινε τι γινόταν γύρω της, μιλούσε και ήξερε καλά
τι συνέβαινε, κάποιες μέρες πάλι γινόταν φυτό, βουβό κουφάρι, να λυπάσαι να την
βλέπεις. Θυμάμαι ακόμη τη μέρα εκείνη
που την βρήκα βουλιαγμένη στη διάρροιά της.
Ήταν βρεγμένη ολόκληρη και βρομούσε απαίσια. Φώναξα στη βοηθό να μου φέρει τα απαιτούμενα,
για να την καθαρίσω. Ήταν μια ευκαιρία
να της ανταποδώσω που με ξεβρόμιζε τόσα χρόνια.
Η μάνα μου δεν δεχόταν, ντρεπόταν και εγώ της απαντούσα: "Εσύ
ντρεπόσουν, όταν με ξεβρόμιζες
μικρό;" Δυσκολεύτηκα, αλλά
την καθάρισα. Δεν με ενόχλησε η βρομιά αλλά η εικόνα που αντίκρισα, αφαιρώντας τα
λερωμένα της ρούχα. Ήταν ένα δερμάτινο
σακί γεμάτο κόκκαλα. Ένας ζωντανός
νεκρός μέσα στο βρεγμένο κρεβάτι της.
Δεν έμεινε ούτε η μισή.
Δεν κοιμόταν τα βράδια, είχε αφόρητους πόνους και δεν άφηνε τα αδέλφια μου
να κοιμηθούν, όταν έμεναν μαζί της. Δεν
έκανε ποτέ κάτι τέτοιο σε μένα. Κάθε
φορά που έμενα μαζί της, πριν πάμε για ύπνο, της έλεγα πως ήταν ώρα να
κοιμηθούμε ήσυχα και πράγματι αυτό κάναμε.
Το πρωί την έβαζα στο τροχοκάθισμα και την έβγαζα βόλτα στην γειτονιά,
την πήγαινα μέχρι την εκκλησία της Παναγίας και από όποιο σπίτι περνούσαμε της
έλεγα το όνομα της κάθε γειτόνισσας, για να καταλαβαίνει που βρισκόταν. Φτάνοντας στην εκκλησία, της έλεγα να κάνει
τον σταυρό της και να προσευχηθεί. Στην
επιστροφή την άφηνα για λίγο στην σκιά της συκαμιάς μας που τόσο απολάμβανε όλα
τα χρόνια πριν. Της μιλούσα για την ζωή που περάσαμε μαζί, τις καλές και τις
άσχημες μας στιγμές. Της θύμιζα κάποιες
τρέλες μου και γελούσαμε.
Κάποιο Σάββατο, πρωί, μετά την καθιερωμένη μας βόλτα με το καροτσάκι,
κάτσαμε και πάλι στη σκιά της συκαμιάς για πρωινή κουβέντα. Εκείνο το πρωί μιλήσαμε για τα ταξίδια που
κάναμε μαζί, αλλά και για το μεγάλο ταξίδι της ζωής, τον προορισμό του
ανθρώπου, τον θάνατο που είναι μέρος της ζωής μας. Την ρώτησα αν ήθελε να της
κάνω κάτι, τελευταίο. Την ρώτησα πού θα
ήθελε να την θάψουμε, όταν θα πέθαινε. Είχε καταλάβει και η ίδια πως ήταν κοντά η
ώρα του θανάτου και ήθελε, μου είπε, κάποιο χώρο με σκιά, κοντά στο μνήμα του
θείου και του παππού, αφού δεν άφησαν χώρο στο μνήμα του πατέρα μου. Πήγα αργότερα στο νεκροταφείο, έψαξα για χώρο
με σκιά, όπως ήθελε η μάνα και βρήκα έναν κάτω από μια ακακία. Όταν της περιέγραψα με κάθε λεπτομέρεια τον
χώρο που βρήκα, μου είπε πως της φάνηκε καλός και μου σύστησε να της βάλω και
τα λουλούδια της κάπου εκεί κοντά.
Την ίδια μέρα, όταν ήρθε η νοσοκόμα από τον ΠΑΣΥΚΑΦ για περίθαλψη της μάνας
μου, την ρώτησα για την χρήση του ορού, αν δηλαδή ήταν κάποιο φάρμακο ή απλά
μια τροφή. Η νοσοκόμα απάντησε πως ο
ορός περιέχει τις ουσίες που χρειάζεται ο οργανισμός. Την ρώτησα ακόμη, μακριά από τη μάνα μου, τι
θα συνέβαινε αν αφαιρούσαμε τον ορό, για να πάρω την απάντηση πως αφαιρώντας
τον ορό ο οργανισμός θα εξασθενούσε και σιγά σιγά θα πέθαινε. Μου φάνηκε ότι κρατάμε τον ασθενή στην ζωή
απλά για να υποφέρει, και για αυτό την ρώτησα τι θα μας συμβούλευε να κάνουμε
αλλά αρνήθηκε να μου δώσει απάντηση. Της
είπα τότε πως θα μιλούσα με τα αδέρφια μου και θα τους ζητούσα να αφαιρέσουμε
τον ορό. Τα αδέλφια μου παλινδρομούσαν
στην απόφαση τους, ήταν συνειδησιακό το θέμα μάλλον. Από αυτό το δίλημμα μας έβγαλε η ίδια η μάνα
μας, όταν το επόμενο πρωί ζήτησε από την νοσοκόμα να της βγάλει τον ορό. Λίγες μέρες αργότερα ζήτησε να της φέρουμε τον ιερέα, για να
εξομολογηθεί. Ήθελε να φύγει
προετοιμασμένη.
Το τελευταίο Σαββατοκύριακο έμεινα μαζί της και έφυγα τη Δευτέρα, το
πρωί. Πριν φύγω με ρώτησε αν θα ερχόμουν
την επόμενη μέρα, της είπα πως θα ερχόμουν την Τετάρτη, για να την πάρω ταξίδι
με το αυτοκίνητο. "Να με πάρεις
στην Παναγία του Κύκκου" μου είπε.
Την Τετάρτη την επισκέφτηκα, όπως
ακριβώς της είχα υποσχεθεί. Αν και δεν
ήταν η σειρά μου να μείνω μαζί της, έμεινα κρατώντας συντροφιά στη μεγαλύτερη
μου αδελφή που θα ξενυχτούσε δίπλα της το βράδυ εκείνο. Δεν προλάβαμε να κλείσουμε μάτι και η μάνα
μας έβαλε τις φωνές. Σφάδαζε μέσα στο
κρεβάτι και το αίμα ανάβλυζε σαν πίδακας από τον λαιμό της. Αίματα παντού, πόνοι, φωνές μέσα στη
νύκτα. Καλέσαμε ασθενοφόρο. Η αιμορραγία ήταν τέτοια, λες και την
σφάξανε, δεν μπορούσε να γίνει κάτι. Στο
νοσοκομείο της κρατούσα το χέρι και την κοιτούσα στα μάτια, όταν με δυσκολία
προσπαθούσε να μου πει κάτι. Δεν
μπορούσα να καταλάβω τι ήθελε να μου πει.
Ξεψύχησε. Έμεινα εκεί, μαζί της,
βοηθώντας τους νοσοκόμους να της κλείσουμε τα μάτια και το στόμα, να της
ισιώσουμε το άψυχο σκελετωμένο κορμί.
Την θάψαμε την Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012, μέσα στο μνήμα που της
περιέγραψα από πριν, για να αναπαυθεί αιώνια μέσα στα λουλούδια και την σκιά
που τόσο επιθυμούσε.
Υ.Γ
Ας μην ξεχνάμε να προστατευόμαστε από τον ήλιο και να πηγαίνουμε στον
γιατρό για ό,τι περίεργο, παράξενο και ασυνήθιστο εμφανιστεί στο σώμα μας. Πηγαίνοντας στον γιατρό, ας βεβαιωνόμαστε ότι
αντιληφθήκαμε σωστά αυτά που μας είπε.
Καλό θα ήταν να διαβάζουμε προσεκτικά όποια σημείωση παίρνουμε από τον
γιατρό και να ζητούμε μια δεύτερη άποψη.
Ας κατανοήσουμε πως η ζωή είναι σύντομη και δεν αγοράζεται με τίποτα.
Ας συγχαρούμε, τέλος, τον ΠΑΣΥΚΑΦ για το θεάρεστο έργο που επιτελεί.
Αφού διάβασες αυτή την ιστορία, κάνε μια εισφορά στον ΠΑΣΥΚΑΦ!
Αν δεν μπορείς, τότε κάνε μια ευχή!
Ευχαριστώ τη φιλόλογο Κωνσταντία Φιλίππου που έσφιξε την καρδιά και επιμελήθηκε
αυτή την ιστορία μου για μπορέσεις να την διαβάσεις με άνεση.
Βίκτωρ Καραγιάννης.

Comments
Post a Comment