Οι Καλύφες της Λαμπρής:Στο Αλώνι της Αγάπης, της Χαράς και της Πίστης
Οι Αρχιτέκτονες της
Παράδοσης
Η άνοιξη του 1905
βρήκε τη Δερύνεια λουσμένη σε ένα φως που έμοιαζε να πηγάζει από την ίδια την
ελπίδα. Σε ένα χωριό 80 πέτρινων σπιτιών και 450 ψυχών, η ανέγερση της
εκκλησίας του Αγίου Μοδέστου είχε φέρει έναν πρωτόγνωρο αναβρασμό. Όμως, το
πραγματικό «βασίλειο» της ημέρας δεν βρισκόταν μέσα στον ναό, αλλά ακριβώς
δίπλα: στο παλιό αλώνι, που είχε καθαριστεί σχολαστικά από την κοπριά για να
υποδεχτεί τη νεολαία.
Εκεί, μακριά από τη
σοβαροφάνεια των μεγάλων που παρακολουθούσαν «στραβά» από το καφενείο, οι
έφηβοι είχαν στήσει τη δική τους επανάσταση. Ο Γιαννής και ο Ττοουλής, με τα
χέρια λερωμένα από το χώμα και την ψάθα, πάλευαν με τα σχοινιά πάνω στα δοκάρια.
— «Σφίξε
το σχοινί πάνω στο δοκάρι, Γιαννή!» φώναζε ο Ττοουλής, σκουπίζοντας
τη σκόνη και τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. «Να μην μας έρθει η καλύφη στο κεφάλι την ώρα
που θα παίζει το βιολί!» — «Έννοια σου, ρε!» απαντούσε ο
άλλος γελώντας. «Αυτή η καλύφη θα κρατήσει όλο το χωριό! Κοίτα ήδη τον κόσμο που
μαζεύεται. Οι γέροι ακόμα μας κοιτάζουν καχύποπτα, αλλά πού θα πάει... θα
έρθουν κι αυτοί!»
Πλέκοντας καλάμια και
κλαδιά, οι «Καλυφάρηδες» έγιναν οι σκηνοθέτες μιας γιορτής που μύριζε
φρεσκοκομμένες πασχαλιές και νεανικό αυθορμητισμό.
Η Γεύση της
Κοινότητας
Κάτω από τη σκιερή
προστασία της καλύφης, ο βιολάρης και ο λαουτάρης κούρδιζαν τα όργανα τους. Το
πασχαλινό τραπέζι ήταν στρωμένο πάνω σε αυτοσχέδιες τάβλες και σάρακλα στημένα
πάνω σε πέτρες. Η μυρωδιά από το καμένο ξύλο στο μαγκάλι και το λίπος που
έσταζε πάνω στη φωτιά πλημμύριζε τον αέρα.
Η θειά-Μαριού, η
γυναίκα του Κωστή του καλυφάρη, ακούμπησε το πανέρι της με τις κεντητές
πετσέτες, και αμέσως ο τόπος μοσχοβόλησε φρέσκο δυόσμο και τυρί από τις ζεστές
φλαούνες. — «Βάλε τις φλαούνες δαμέ να μοσχοβολήσει ο τόπος!» προέτρεπε ο
θείος-Κωστής.
Ο καπαμάς,
σιγοψημένος στο κρασί και τα μπαχαρικά, έλιωνε στο στόμα «σαν λουκούμι». Στην
άκρη, το σταμνί ξεχείλιζε από το φημισμένο μαύρο γλυκόπιοτο κρασί. — «Πιείτε
μια γουλιά να ζεσταθεί ο λάρυγγας σας για το τσιάττισμα!» φώναζε ο
καλυφάρης, καθώς οι νέοι τσούγκριζαν τα κόκκινα αυγά με το «Χριστός Ανέστη».
Το «Συμβόλαιο» του
Λουκουμιού
Μέσα στη βαβούρα,
εξελισσόταν η πιο ιερή τελετουργία του φλερτ. Ένας ντροπαλός νεαρός πλησίασε
κρυφά τον Μιχαήλη, τον καλυφάρη-διπλωμάτη, σφίγγοντας μερικά γρόσια στην παλάμη
του. — «Μιχάλη, έλα δαμέ,» του ψιθυρίζει. «Δες την Ελενού που κάθεται
κάτω από τη χαρουπιά. Πάρε της λουκούμια. Πολλά λουκούμια! Αλλά πρόσεχε... μην
το καταλάβει ο αδερφός της.»
Ο Μιχαήλης, με
στρατηγική μαεστρία, έκανε έναν κύκλο γύρω από την εκκλησία. Κέρασε όλες τις
κοπέλες για «ξεκάρφωμα», μέχρι που έφτασε στην Ελενού. Εκεί, ο χρόνος πάγωσε. —
«Από
τον Κωστή, που δεν βγάζει το μάτι του από πάνω σου...» της ψιθύρισε.
Η Ελενού χαμογέλασε χαμηλώνοντας το βλέμμα και γεύτηκε το λουκούμι. Αν το
έτρωγε, το προξενιό ήταν σίγουρο. Η γλύκα της ζάχαρης σφράγιζε το μέλλον τους.
Η Έκρηξη της
Αδρεναλίνης: Ντζόγια και Διτσιήμι
Ξαφνικά, ένα
ποδοβολητό ακούστηκε από τη λίμνη. — «Η Ντζόγια! Έρχονται!»
ούρλιαξε ένα παιδί. Ο Παναγής, πάνω στο ιδρωμένο άλογό του, κάλπαζε προς το
«Βρυσί». Το σώμα του τεντώθηκε σαν τόξο καθώς άρπαζε το καλάμι με το δεμένο
μαντήλι—το έπαθλο—μέσα σε θύελλα χειροκροτημάτων. — «Τρέξε στη μάνα σου να σε καπνίσει,
Παναγή, να μην σε ματιάσουν!» του φώναζαν.
Την ίδια ώρα, στο
κέντρο του αλωνιού, ο Βρούτσος το «Θηρίο» δοκίμαζε την ανδρεία του στο διτσιήμι. Η μεγάλη, λεία πέτρα
ξεκόλλησε από το χώμα. — «Άτε ρε θηρίο! Άμα τη σηκώσεις πάνω από την
καρδιά σου, το κρασί απόψε δικό μου!» τον προκάλεσε ένας χωριανός.
Με μια βαθιά ανάσα, ο Βρούτσος ύψωσε την πέτρα στο στήθος του. — «Άουππα!» φώναξε το πλήθος. — «Η
πέτρα είναι βαριά, αλλά η θέληση της Δερύνειας είναι πιο βαριά!» είπε
λαχανιασμένος, αφήνοντας το βάρος να πέσει στη γη με έναν ήχο που έμοιαζε με
τον χτύπο της καρδιάς ολόκληρης της κοινότητας.
Το Τραγούδι του Αέρα
και το Τσιάττισμα
Το βιολί άρχισε να
«κλαίει» και να γελάει ταυτόχρονα. Οι άνδρες σηκώθηκαν για τον «Πρώτο» χορό. Τα
πόδια χτυπούσαν το χώμα με δύναμη, σηκώνοντας σκόνη που χρυσίζει στο δειλινό. — «Παίξε,
μάστορα! Δώσε του!» Όταν η μουσική χαμήλωσε, ήρθε η ώρα για το τσιάττισμα. Δύο άνδρες στάθηκαν
αντικριστά: — «Εγώ είμαι ο πρωτομάστορας, στην τέχνη και στον λόγο, τζιαι
μες το αλώνι της Λαμπρής, δεν βρίσκω εγώ τον φόβο!» Ο αντίπαλος απάντησε
αμέσως: — «Μην καυχιέσαι, κουμπάρε μου, που είσαι στον λόγο πρώτος, γιατί το
λουκούμι που 'στειλες, εγίνην... καπνός τζιαι κρότος!»
Λίγο πιο πέρα, οι σούσες έσκιζαν τον αέρα κάτω από τις
χαρουπιές. Η Γιωρκού και η Χριστινού, όρθιες πάνω στην τάβλα, «κοττούσαν»
ρυθμικά, στέλνοντας τις φωνές τους μακριά να φτάσουν στα Βαρώσια: — «Κοττάτε
να κοττίσουμε, να πάμε στα Βαρώσια, να φέρουμε της Μαρουλλούς μαντήλια με τα
κλώσια...»
Επίλογος: Μια Ρίζα
στο Φως
Όταν το σκοτάδι
έπεσε, οι χωριστές παρέες έγιναν μία. Ο παπά-Γιωρκής κοίταζε από τα σκαλιά της
εκκλησίας το αλώνι που έσφυζε από ζωή. Το «Χριστός Ανέστη» αντήχησε από τα
χείλη όλων σαν μια κοινή ανάσα.
Ένας γέροντας,
πίνοντας την τελευταία γουλιά από το μαύρο κρασί του, ψιθύρισε: — «Το
αλώνι τούτο δεν είναι μόνο για το σιτάρι. Είναι για να σπέρνουμε τη χαρά μας
για τα χρόνια που έρχονται.»
Το έθιμο των Καλύφων
είχε μόλις ριζώσει βαθιά. Δεν ήταν μια απλή γιορτή, αλλά η ψυχή μιας Δερύνειας
που αρνείται να ξεχάσει—μια ανοιχτή αγκαλιά που, από το 1905 μέχρι σήμερα,
συνεχίζει να ταξιδεύει ακάθεκτη προς το φως.
Βίκτωρ Καραγιάννης

Comments
Post a Comment