Το Βάψιμο των Αυγών: «Μια Ιεροτελεστία Μνήμης στην Κουζίνα της Μαρούλλας»
Η Ιερή Σιωπή της
Κοκκινοπέφτης
Ο ήλιος δεν είχε
ανατείλει ακόμη πάνω από τον κάμπο του χωριού μας, αλλά η κουζίνα της γιαγιάς
Μαρούλλας ήταν ήδη το κέντρο του κόσμου. Μέσα επικρατούσε μια ιερή σιωπή·
εκείνη η βαριά, σχεδόν ψηλαφητή ησυχία της Μεγάλης Πέμπτης, που δεν ήταν
απουσία ήχου, αλλά παρουσία δέους. . Στην Κύπρο τη λέμε Κοκκινοπέφτη,
γιατί η μέρα βάφεται με το χρώμα της θυσίας.
«Ελάτε παιδιά,
πλησιάστε. Έλα Θωμά, έλα Μαρία, πλησιάστε Έμιλι, Δαμιανέ», φώναξε η γιαγιά στα
εγγονάκια της και η φωνή της ακούστηκε σαν προσευχή. «Σήμερα δεν μιλάμε πολύ.
Σήμερα η καρδιά μας είναι σταυρωμένη. Σήμερα η φύση δανείζει το αίμα της στην
Ελπίδα
Η Προετοιμασία: Το
Σώμα του Χριστού
Στο παλιό πέτρινο
πεζούλι, τα «χωρκάτικα» αυγά περίμεναν μέσα στα ψάθινα πανέρια. Ήταν αυγά από
τις κότες της αυλής, ελευθέρας βοσκής, με κέλυφος σκληρό σαν πέτρα. «Βλέπετε;»
είπε η κυρά Μαρούλλα, χαϊδεύοντας ένα αυγό με τα ροζιασμένα, δουλεμένα χέρια
της. «Το τσόφλι είναι ο σφραγισμένος Τάφος. Αν είναι γερό, η Ζωή μέσα του θα
μείνει προφυλαγμένη».
Με ένα πανί
βουτηγμένο σε αλισίβα —το σταχτόνερο που απομακρύνει κάθε ίχνος ακαθαρσίας—
άρχισε να καθαρίζει τα αυγά με μια κίνηση σχεδόν τρυφερή, σαν να ετοίμαζε κάτι
ιερό. «Πρέπει να είναι άσπιλα. Το σώμα του Χριστού πρέπει να είναι καθαρό. Αν
μείνει έστω και το παραμικρό λίπος από τα δάχτυλά μας, το χρώμα δεν θα πιάσει
ομοιόμορφα. Θα είναι σαν να έχεις μια σκιά στην πίστη σου».
Το Μυστήριο της
Βαφής: Ριζάρι και Κρεμμυδόφυλλα
Στη φωτιά, τρεις
κατσαρόλες σιγοέβραζαν, εκπέμποντας αρώματα αρχέγονα. Η γιαγιά Μαρούλλα
εξηγούσε τις κινήσεις της σαν να μετέδιδε μια μυστική γνώση αιώνων:
- Το Ριζάρι (Rubia tinctorum): «Εδώ, παιδιά, προσέχουμε. Το ριζάρι θέλει μαλακό και καθαρό νερό. Αν
βάλουμε ξύδι τώρα, η αλιζαρίνη —η ουσία που δίνει αυτό το βαθύ βυσσινί— θα
"θυμώσει" και το χρώμα θα γίνει πορτοκαλί. Εμείς θέλουμε το
χρώμα του αίματος, το χρώμα της αγάπης. Το ξύδι θα το βάλουμε μόνο στο
τέλος, για να "κλειδώσει" τη λάμψη και να μην ξεθωριάσει ποτέ η
θυσία».
- Η Κρεμμυδόφλουδα (Allium cepa): Στη δεύτερη κατσαρόλα, το ξύδι έμπαινε από την αρχή. «Εδώ το ξύδι
είναι ο σταθεροποιητής, ο συνοδοιπόρος. Βοηθά την κερσετίνη να "σκάψει"
το τσόφλι και να δεθεί μαζί του. Αυτά τα αυγά θα έχουν χρώμα κεραμιδί, το
χρώμα της γης μας, της κοκκινογής».
Καθώς το νερό
κόχλαζε, η φωνή της ενώθηκε με το «Μοιρολόι της Παναγίας», γεμίζοντας τον χώρο
με μια μελαγχολική γλυκύτητα που έκανε τα παιδιά να νιώσουν τον πόνο της
Παναγίας σαν να συνέβαινε δίπλα τους.
«Άδε μαντάτον
θλιβερόν, μαντάτον πικραμένον, πως τον Χριστόν επιάσασιν οι άνομοι Εβραίοι. Η
Παναγιά ως τ’ άκουσε, έπεσε τζαι λιγώθη, σταμνίν νερόν της ρίξασιν για να την
συνεφέρουν...»
·
Οι
Λάζαροι (Glebionis coronaria):
Στην τρίτη κατσαρόλα κόχλαζαν οι μαργαρίτες. «Αυτά τα λουλούδια παιδιά, οι
Λάζαροι, είναι πλούσια σε φλαβονοειδή και αποδίδουν ζωηρό κίτρινο χρώμα, το
οποίο παραδοσιακά χρησιμοποιείται το Σάββατο του Λαζάρου. Σε αυτά δεν βάζουμε καθόλου ξύδι· δεν τους αρέσει,
τους χαλάει το χρώμα, το θέλουν καθαρό και χρυσό σαν τον ήλιο».
Η παρουσία του αυγού
στα πασχαλινά έθιμα ξεκινά από τα κάλαντα του Λαζάρου, όπου το αυγό αποτελεί
την «ιερή αμοιβή» και σύμβολο ζωής, είπε η γιαγιά και συνέχισε: «Δώστε
μου ένα αυγουλάκι, να το βάλω στο καλαθάκι τζι αν δεν έχετε αυγουλάκι, δώστε
μου ένα πενταράκι». Οι στίχοι του τραγουδιού προαναγγέλλουν το έθιμο
της βαφής: «Ο Λάζαρος ο δίμιτος, ο κοτσινοπεθύμητος, ακούσαν τον οι όρνιθες τζ'
εκάτσαν να γεννήσουν, αυκά να κοτσινήσουν, το Πάσκαν να τσουγκρίσουν».
Μια φωνή από το
ξεπόρτι διέκοψε την απαγγελία της γιαγιάς. Ήταν η Πέπα, η αδερφή της, μαζί με
τη Δήμητρα, τη μικρή της εγγονή. Ήρθαν να βοηθήσουν τη Μαρούλλα να πλουμίσουν
τα αυγά. «Καλώς την», της είπε η Μαρούλλα, «ήρθες πάνω στην ώρα να με βοηθήσεις
να πλουμίσουμε τα αυγά, μόλις τέλειωσα το βάψιμο».
Η Τέχνη των
Πλουμιστών: Χειροποίητη Ανάσταση
«Τώρα παιδιά θα τα
κάνουμε "πλουμιστά"»,
είπε, «έτσι όπως τα κάνουν οι κυρίες στις πόλεις». Με το κοντύλι και το λιωμένο
μελισσοκέρι, οι δυο αδερφές σχεδίαζαν χελιδόνια για την άνοιξη και σταυρούς για
τη θυσία, καθώς τα εγγονάκια κοιτούσαν εκστατικά.
«Εκεί που ακουμπά το
κερί, η βαφή δεν θα περάσει. Όταν το αυγό βράσει, το κερί θα λιώσει και θα
αποκαλύψει το σχέδιο κάτασπρο πάνω στο κόκκινο, σαν Λευκαρίτικο κέντημα. Είναι
η ελπίδα που αντιστέκεται στο σκοτάδι», τους εξήγησε η γιαγιά Πέπα.
Σε άλλα αυγά
εφάρμοσαν τη φυτικογραφία. Τοποθετούσαν φύλλα μαϊντανού και τα τύλιγαν
σφιχτά με ένα παλιό καλσόν. «Η φύση αφήνει το αποτύπωμά της. Είναι η δική της
συμμετοχή στην Ανάσταση».
Τα παιδιά κοιτούσαν
τις γιαγιάδες με προσοχή, μελετώντας κάθε τους κίνηση. Ο Δαμιανός ρώτησε
απορημένος: «Γιατί βάφεις τα αυγά γιαγιά; Γιατί τα ζωγραφίζεις;»
Η γιαγιά Μαρούλλα
άφησε το κόκκινο αυγό στο τραπέζι και με χαμηλή φωνή άρχισε να εξιστορεί το
έθιμο: «Αυτό το έθιμο το βρήκαμε από τους παππούδες μας, είναι πολύ παλιό. Λένε
πως άρχισε κάπου στη Μεσοποταμία, στα χωριά της Συρίας. Οι πρώτοι Χριστιανοί
έβαψαν τα πρώτα κόκκινα αυγά εις ανάμνηση του θαύματος που έγινε στη Ρώμη.
Πήγε, λένε, η Μαρία η Μαγδαληνή στον Αυτοκράτορα Τιβέριο και του φώναξε
"Χριστός Ανέστη". Εκείνος γέλασε και της είπε: "Αν κοκκινίσει το
αυγό που κρατείς, τότε θα αναστηθούν και οι πεθαμένοι". Και έγινε το
θαύμα! Το αυγό έγινε κόκκινο σαν αίμα».
Η γιαγιά Πέπα
πρόσθεσε: «Κάποιοι λένε πως κατά τον Μεσαίωνα, η απαγόρευση κατανάλωσης ζωικών
προϊόντων τη Σαρακοστή ανάγκασε τους ανθρώπους να βράζουν τα αυγά για να τα
συντηρήσουν, και τα έβαφαν για να τα ξεχωρίζουν από τα φρέσκα».
Το Φυλαχτό και η
Αυκωτή της Αμμοχώστου
Όταν όλα ήταν έτοιμα,
η γιαγιά Μαρούλλα έβγαλε το πρώτο αυγό από το πορφυρό λουτρό, το σκούπισε με
λαδωμένο πανί και το τοποθέτησε στο εικονοστάσι. «Αυτό είναι το Αυγό της
Παναγίας. Είναι άσηπτο. Θα προστατεύει το σπίτι μας από το κακό μάτι και
τις καταιγίδες». Ψιθύρισε στοργικά: «Όπως εν τούτο το αυγό γερό, έτσι να εν τζαι
το σπίτι μας σιδερένιο».
Λίγο μετά, η κουζίνα
γέμισε με τη μυρωδιά της μαστίχας και του μαχλεπιού. Οι γιαγιάδες έπλασαν τη
ζύμη για την Αυγωτή, το παραδοσιακό ψωμί της Αμμοχώστου σε σχήμα
στεφανιού. Τοποθέτησαν τα τέσσερα κόκκινα αυγά σταυρωτά, συμβολίζοντας τον
αγιασμό των τεσσάρων σημείων της οικουμένης. «Για εσάς θα φτιάξουμε από ένα
καλαθάκι με ένα κόκκινο αυγό. Αυτή την αυγωτή να την πάρετε μαζί σας στην
εκκλησία, στον Καλό Λόγο το Σάββατο το βράδυ».
Ο Κύκλος Κλείνει
Τη Λαμπρή, οι άνδρες δοκίμαζαν τα αυγά στα δόντια τους για να βρουν το
πιο δυνατό για το τσούγκρισμα στην πλατεία. Το «κλινκ» ήταν ο ήχος της νίκης.
«Είναι το σπάσιμο των πυλών του Άδη, η Ανάσταση των αισθήσεων», έλεγαν.
Το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα, ευθύς μετά τη «Λιτή», ολόκληρη η
οικογένεια έσμιγε στο σπίτι της γιαγιάς, γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Με το
τέλος του φαγητού, η ιεροτελεστία ξεκινούσε: το τσούγκρισμα των κατακόκκινων
αυγών. Το σπίτι πλημμύριζε από τη ζωντάνια και τα γέλια των παιδιών, που με ξαναμμένα
μάγουλα ανταγωνίζονταν για το ποιος θα αναδειχθεί ο νικητής, ο τυχερός της
ημέρας.
Όταν όμως η φασαρία κόπαζε, οι γιαγιάδες μάζευαν με ευλάβεια τα τσόφλια
στην ποδιά τους και μαζί με τα εγγόνια πήγαιναν στη «Βραχτή» για να τα θάψουν
στις ρίζες των δέντρων.
«Από τη γη ήρθε, στη γη επιστρέφει η χάρη», ψιθύριζαν. «Η ευλογία της
Ανάστασης πρέπει να ποτίσει το χώμα για να μας δώσει καρπούς».
- «Κόκκινος σαν το αυγό της Λαμπρής»: Για κάποιον με υγιή όψη.
- «Πού είσαι αυγό της Λαμπρής...»: Για κάτι που αναμένεται με μεγάλη ανυπομονησία.
- «Πότε θα πάεις; Την Κότσιηνη Πέμπτη»: Για κάτι που αναβάλλεται επ' αόριστον.
«Τζαι το Σάββατον το βράδυ, προς την Κυριακήν
την άλλη, που θα λαλεί ο πετεινός, που θα χτυπούν οι σήμαντροι, θα γίνει η
Ανάσταση, η χαρά η μεγάλη!»
Καλό Πάσχα να
φτάσουμε παιδιά και πάντα κόκκινοι σαν τα αυγά της Λαμπρής!
Βίκτωρ Καραγιάννης

Comments
Post a Comment