Ζώντας το θαύμα!
Από την Απόγνωση στην Απαντοχή…
Ήταν νωρίς το πρωί της Τετάρτης 6 Απριλίου, όταν μου τηλεφώνησε η αδελφή μου, που κατοικεί στο διπλανό μου σπίτι. Βλέποντας τον αριθμό του τηλεφώνου της στο κινητό μου, παραξενεύτηκα και διερωτήθηκα τι να με ήθελε στο τηλέφωνο εκείνη την ώρα, αφού θα μπορούσε να μου φωνάξει, μιας και μένουμε στην ίδια αυλή.
Μου τηλεφωνούσε από την δουλειά της. Ακουγόταν τρομαγμένη και συγχυσμένη.
Με τρεμάμενη φωνή μου είπε πως, νεαρό μέλος της οικογένειας μας νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση, σε μια πολυδιαφημισμένη και ακριβοπληρωμένη κλινική εκτός περιοχής. Μου είπε επίσης πως η κατάσταση ήταν τραγική και πως όλοι βρίσκονταν σε απόγνωση.
Όσο εκείνη μιλούσε, εγώ μιλούσα νοερά και έλεγα στον εαυτό μου «έτσι είναι η αδελφή μου, η υπερευαισθησία της την κάνει να υπερβάλλει» και αντιμετώπιζα ψυχρά και με απάθεια τα όσα μου έλεγε.
Μόλις όμως έκλεισα το τηλέφωνο, μια σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου. Θυμήθηκα εκείνη την δυνατή προαίσθηση που είχα λίγο καιρό πριν και που καθημερινά στριφογυρνούσε στη σκέψη μου, ότι ένα μεγάλο κακό θα έβρισκε την οικογένεια μας.
Δεν έχασα χρόνο, έκλεισα τον υπολογιστή και τηλεφώνησα στους συγγενείς μας που βρίσκονταν στην κλινική εκείνη την ώρα. Ρώτησα να μάθω τι ακριβώς συνέβαινε και αν χρειάζονταν κάποια βοήθεια. Τους ανάφερα πως έχω κάποιους φίλους που πιθανόν, να μπορούσαν να μας βοηθήσουν σε θέματα κρατικής αρωγής και στήριξης.
Αφού πήρα κάποιες πληροφορίες που νόμιζα σημαντικές, τηλεφώνησα σε μια καλή μου φίλη που λόγω της δουλειάς της, πίστευα πως θα μπορούσε να με καθοδηγήσει. Εκείνη με έφερε σε επαφή με μια συνάδελφο της η οποία είχε μεγάλη εμπειρία στον χειρισμό τέτοιων θεμάτων.
Η κοπέλα εκείνη με ρώτησε μερικά πράγματα που εγώ δεν ήξερα, κάποιες πληροφορίες για την ιατρική κατάσταση του ασθενή μας και διάφορα άλλα σχετικά. Της είπα πως θα ήταν πιο γόνιμο αν μου επέτρεπε να δώσω τον αριθμό του τηλεφώνου της σε κάποιο από τους συγγενείς μου, που ήταν σε θέση να της δώσει όλες εκείνες τις πληροφορίες που χρειαζόταν. Έτσι και έγινε.
Μετά από αυτό άνοιξα τον υπολογιστή μου και συνέχισα αμέριμνος το γράψιμο.
Αρκετή ώρα μετά το μεσημέρι, με ένα μήνυμα στο κινητό, η φίλη μου με ενημέρωνε πως δεν έγινε η επικοινωνία με τους συγγενείς μου στην κλινική. Αυτό με ανησύχησε κάπως. Σκέφτηκα να πάω στην κλινική αλλά βαριόμουν να οδηγήσω. Ευτυχώς προθυμοποιήθηκε να με πάει ο αδελφός μου, έτσι πήγαμε μαζί αργά το απόγευμα.
Η κατάσταση στην κλινική ήταν όντως τραγική, ήταν όπως ακριβώς μου την περιέγραψε η αδελφή μου νωρίτερα στο τηλέφωνο. Ο ασθενής μας είχε εισαχθεί εσπευσμένα στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης της ίδιας κλινικής. Οι συγγενείς βρίσκονταν σε απόγνωση βυθισμένοι στις σκέψεις τους, φοβισμένοι και κυνηγημένοι από τις ανησυχίες, τις φοβίες και τις ανασφάλειες που τους δημιουργούσε η όλη κατάσταση.
Το κλίμα ήταν βαρύ, σε βαθμό που δεν επέτρεπε τις πολλές κουβέντες, έτσι η επίσκεψη κατέληξε σε μια εθιμοτυπική και χωρίς ουσία συνάντηση.
Φύγαμε για να επιστρέψουμε την επόμενη μέρα το πρωί.
Όταν μαζεύτηκαν όλοι οι του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, μιλήσαμε για λίγο και αφού με ενημέρωσαν για την ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης του ασθενή μας, τους αιφνιδίασα με την εισήγηση μου, την απόφαση μου πιο σωστά. Θα πρέπει ο ασθενής μας να φύγει από αυτή την κλινική και θα προσπαθήσω μέσα από τις φιλίες και τις γνωριμίες μου να εξασφαλίσω την μετάβαση του στο εξωτερικό.
Οι συγγενείς πολλοί, οι απόψεις ποικίλες, το κλίμα βαρύ, οι ευαισθησίες έντονες, οι ισορροπίες λεπτές. Το μόνο που πρόσθεσα για να ενισχύσω την άποψη μου ήταν «υπάρχουν άνθρωποι που εκλιπαρούν για ένα χάπι και δεν το παίρνουν, εμείς είμαστε πολύ τυχεροί και προνομιούχοι που έχουμε φίλους πρόθυμους να μας βοηθήσουν»
Αποτραβήχτηκα λίγο για να μπορέσω να κάνω τα απαραίτητα τηλεφωνήματα.
Μίλησα με την φίλη μου και την συνάδελφο της φίλης μου. Η δεύτερη παρέμενε άγνωστη σε μένα, αλλά μου μιλούσε και με καθοδηγούσε με τρόπο που, σαν να με ήξερε από χρόνια, σαν να είμαστε δικοί της άνθρωποι.
Η κοπέλα εκείνη, όταν της είπα για την εισήγηση μου προς τους συγγενείς, μου ζήτησε να της πω τι μας είπαν οι γιατροί για την κατάσταση του ασθενή. Με όσα της ανάφερα και με τις γνώσεις και εμπειρίες της, μου είπε πως, θα έπρεπε να ζητήσουμε κρατική αρωγή για μετάβαση του ασθενή μας στην Γερμάνια. Μου είπε επίσης να αναλώσω την ημέρα στη συλλογή των απαραίτητων ιατρικών εκθέσεων, αναλύσεων, μαγνητικές τομογραφίες και ότι άλλες ιατρικές γνωματεύσεις είχαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Έπρεπε επίσης να έρθω σε επαφή με συγκεκριμένο γιατρό της ίδιας κλινικής, που είχε πρόσβαση στο ιατρικό κέντρο στο οποίο θα ζητούσαμε να νοσηλευτεί ο ασθενής μας, για να μας συστήσει ώστε να μας δέχονταν πιο εύκολα εκεί. Δυστυχώς ο γιατρός ήταν εξ αρχής αρνητικός και παρέμεινε ως τέτοιος μέχρι τέλους.
Ο χρόνος κυλούσε και τα περιθώρια στένευαν, η κατάσταση του ασθενή μας επιδεινωνόταν συνεχώς, μάλιστα ένας από τους γιατρούς, είπε χαρακτηριστικά σε κάποιους από τους συγγενείς «τον χάσαμε αλλά καταφέραμε να τον επαναφέρουμε» τέτοια ήταν η κατάσταση, τόση ήταν η ψυχολογική πίεση.
Έπρεπε να βιαστούμε, το Σαββατοκύριακο πλησίαζε και ακολουθούσαν οι διακοπές του Πάσχα.
Για να μην χρονοτριβούμε και για καλύτερο συντονισμό ιεράρχησα τους συγγενείς, έτσι που να λογοδοτώ μόνο στους άμεσα ενδιαφερόμενους και να μην αναλώνομαι σε ακαδημαϊκές συζητήσεις.
Ο κατά νόμο κηδεμόνας του ασθενή, θα αναλάμβανε την επικοινωνία και τις επαφές με τους γιατρούς της κλινικής και όπου αλλού επέβαλλαν οι διαδικασίες. Από τους πρώτου βαθμού συγγενείς ζήτησα την συμμετοχή ενός ατόμου, το οποίο θα με βοηθούσε στις υπόλοιπες επαφές και άλλες ενέργειες εκτός κλινικής, χρήσιμες για την εξασφάλιση έγκρισης για μεταφορά του ασθενή μας για θεραπεία στο εξωτερικό.
Ο αρχικός λόγος που ζήτησα την συμμετοχή του πρώτου βαθμού συγγενή από την άλλη πλευρά συγγένειας του ασθενή, ήταν ο σεβασμός προς αυτούς και για να μην κάνω πράγματα πίσω από τις πλάτες τους. Αργότερα προστέθηκαν και η μεγάλη ευθύνη των πράξεων μου και το ρίσκο που εμπεριείχε μια τέτοια ενέργεια. Ήθελα δηλαδή να είμαι σίγουρος πως η προσπάθεια ήταν έστω και φαινομενικά συλλογική, αλλά και η απόφαση να τύγχανε της έγκρισης και των δυο πλευρών, γιατί κατά την ιεράρχηση του βαθμού συγγένειας εγώ προσωπικά δεν είχα καμία συγγένεια με τον ίδιο τον ασθενή, αλλά θείος του κατά νόμο κηδεμόνα του.
Αν και η απόφαση μου ήταν της στιγμής, εν τούτοις την θεωρούσα ζυγισμένη και υλοποιήσιμη, έτσι πίστεψα σε αυτήν και ήμουν αποφασισμένος για όλα, παρά την ύπαρξη του μεγάλου ρίσκου και την σίγουρη επίρριψη ευθυνών αν τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως οι συγγενείς θα ήθελαν.
Οι ώρες περνούσαν, ο ασθενής μας βρισκόταν σε κώμα, οι γιατροί επικαλούνταν φόρτο εργασίας στην έκκληση μας για άμεση σύνταξη των ιατρικών εκθέσεων και οι προσπάθειες μας προσέκρουαν σε διαδικαστικούς σκοπέλους, που με την καθοδήγηση των φίλων μας προσπαθούσαμε να παρακάμψουμε.
Αφού καταφέραμε να εξασφαλίσουμε ότι μας ζητούσαν, για την προετοιμασία της αίτησης μας για έγκριση της από το ιατροσυμβούλιο, σκοντάψαμε στο αποτέλεσμα της βιοψίας που θα μπορούσε να ήταν έτοιμο όχι νωρίτερα από την Δευτέρα.
Την Παρασκευή αναλώσαμε την ημέρα σε τηλεφωνήματα. Τόσα τηλεφωνήματα δεν είχα κάνει ποτέ πιο πριν μέσα σε μια μέρα. Έπρεπε να εξασφαλίσουμε την επιρροή συγκεκριμένων ανθρώπων, ώστε να γινόταν δεκτό το αίτημα μας. Η καθοδήγηση που είχα πρόσταζε όπως μιλήσω με τον άλφα για να επηρεάσει τον βήτα, να μιλήσω στον γάμμα για να επηρεάσει τον δέλτα και ου το καθεξής. Σε αυτή την διαδικασία με βοηθούσε και ο πρώτου βαθμού συγγενής μέσα από τις δικές του γνωριμίες.
Μιλήσαμε με φίλους και γνωστούς, ακόμα και με αγνώστους, μιλήσαμε με ανθρώπους που για δεκαετίες ολόκληρες δεν ανταλλάξαμε ούτε καν ένα χαιρετισμό. Οι πλείστοι ήταν εκεί. Ποιοι δεν ήταν, δεν έχει σημασία.
Την Δευτέρα δεν ήταν έτοιμη η βιοψία όπως ευελπιστούσαμε. Τα περιθώρια στένεψαν πάρα πολύ, η κατάσταση του ασθενή όλο και χειροτέρευε. Οι πολύπειροι γιατροί έλεγαν μετά βεβαιότητας στους πρώτου βαθμού συγγενείς πως, το στέλεχος νεκρώνει και ήταν ζήτημα χρόνου να επέλθει το μοιραίο. Έλεγαν μάλιστα πως, ο ασθενής δεν ήταν σε θέση να μετακινηθεί από την κλινική. Όλα αυτά φόρτιζαν τους συγγενείς και τους βύθιζαν ακόμα περισσότερο στην απόγνωση.
Τα πράγματα δεν κινούνταν όπως θα θέλαμε.
Αποφάσισα να πάω στο Υπουργείο Υγείας, για να μιλήσω με την Γενική Διευθύντρια αν μου ήταν δυνατό. Ζήτησα από τον πρώτου βαθμού συγγενή του ασθενή μας, να με συνοδεύσει.
Στην υποδοχή, μας είπαν ότι η διευθύντρια ήταν σε σύσκεψη, ζήτησα να περιμένουμε γιατί η περίπτωση μας ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου.
Με ευγένεια μας υπέδειξαν να περιμένουμε στο καθιστικό των επισκεπτών.
Δεν περιμέναμε πολύ, η διευθύντρια βγήκε από την σύσκεψη, αν και απρόσκλητοι μας δέχτηκε στο γραφείο της.
Με ρώτησε ποιος είμαι και της εξήγησα. Ήξερε την περίπτωση μας, της είχε μιλήσει από πριν ο κατά νόμο κηδεμόνας του ασθενή μας.
Μας είπε ότι ζητούσε μια σωστή και εμπεριστατωμένη έκθεση των γιατρών, για να μπορέσει να περάσει το αίτημα μας από το ιατροσυμβούλιο.
Στην παρουσία μας, τηλεφώνησε στον γιατρό που ηγείτο της ομάδας που παρακολουθούσε τον ασθενή μας και ανάμεσα σε πολλά άλλα, του είπε να ετοιμάσει την σωστή έκθεση που του ζητούσε για το ιατροσυμβούλιο. Αφού την ευχαριστήσαμε για το προσωπικό ενδιαφέρον και την ευαισθησία που επέδειξε στο πρόβλημα μας, φύγαμε για να προλάβουμε τον γιατρό στο γραφείο του πριν φύγει για το μεσημέρι.
Μπήκα στο γραφείο του συνοδευόμενος από τον κατά νόμο κηδεμόνα και τον πρώτου βαθμού συγγενή.
Ο κηδεμόνας ζήτησε την έκθεση από τον γιατρό και εκείνος του απάντησε «να σας δώσω την έκθεση αλλά δεν υπάρχει καμία ελπίδα, ούτε και ο ασθενής είναι σε θέση να πετάξει. Το στέλεχος του εγκεφάλου νεκρώνει και είναι ζήτημα χρόνου να επέλθει το μοιραίο»
Δεν μπορούσα να πιστέψω σε αυτά που άκουγα.
Πως μπορεί κάποιος να στερεί την ελπίδα από έναν άνθρωπο 37 χρονών ο οποίος είναι ακόμα ζωντανός. Για μένα δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα, όσο ζούμε ελπίζουμε.
Ήταν γύρω στις 3:30 το απόγευμα όταν πληροφορηθήκαμε πως, το αίτημα μας έγινε δεκτό και ότι ήταν ζήτημα χρόνου η εξεύρεση του κατάλληλου ιατρικού αεροσκάφους για την μεταφορά του ασθενή μας στο εξωτερικό.
Η διαφορά ήταν στον προορισμό. Αντί στη Γερμανία, ο ασθενής μας θα μεταφερόταν στο Ισραήλ. Εγώ είχα κάποιους ενδοιασμούς ως προς τον προορισμό, αλλά οι υπόλοιποι συγγενείς τον αποδέχτηκαν λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ.
Ο κατά νόμο κηδεμόνας μου ζήτησε αν μπορούσα να τον συνοδεύσω στο Ισραήλ. Εγώ αποδέχτηκα αμέσως αφού το θεωρούσα χρέος μου, αλλά και θα μπορούσα να παρακολουθώ από κοντά την εξέλιξη της κατάστασης του ασθενή μας.
Νωρίς το πρωί της Τρίτης, πήγα στη Λευκωσία για έκδοση διαβατηρίου και για παραλαβή της βιοψίας από το χημείο του Γενικού Νοσοκομείου.
Την Τρίτη 11 Απριλίου γύρω στις 4:00 το απόγευμα και συνοδευόμενος από τον πατέρα του, ο ασθενής μας πέταξε ως αδιάγνωστος για το Ισραήλ.
Εμείς φτάσαμε στο Ισραήλ νωρίς το απόγευμα της επόμενης μέρας. Γύρω στις 6:00 το απόγευμα, πήγαμε στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης του νοσοκομείου Hadassah Ein Kerem, όπου με έκπληξη είδαμε τον ασθενή μας να έχει τα μάτια ανοικτά, αλλά δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον.
Από ότι μας εξήγησε ο πατέρας του, όταν έφτασαν στο νοσοκομείο το προηγούμενο βράδυ, ομάδα γιατρών και καθηγητών εξέτασαν με προσοχή τον ασθενή και του αφαίρεσαν ποσότητα κατασταλτικών γιατί διαπίστωσαν υπερβολικά βαθιά καταστολή. Πήραν επίσης δείγματα αίματος, ούρων και κοπράνων για τις αναγκαίες αναλύσεις.
Την επόμενη μέρα το πρωί, επισκεφτήκαμε τον ασθενή μας και ο επί καθήκον γιατρός μας ενημέρωσε για την κατάσταση και μας είπε πως, το απόγευμα της ίδιας μέρας θα είχαν τα αποτελέσματα των διάφορων αναλύσεων.
Εμείς με τη σειρά μας του κάναμε κάποιες ερωτήσεις και αφού μας έδωσε τις ανάλογες απαντήσεις, του είπαμε πως είχαμε μαζί μας τον ιατρικό φάκελο του ασθενή και ότι αυτός ήταν στη διάθεση τους. Ο γιατρός είπε πως θα ήταν χρήσιμο να έχουν την Μαγνητική Τομογραφία και την Βιοψία, αλλά οι ιατρικές εκθέσεις από την Κύπρο τους ήταν αχρείαστες, γιατί μάλλον σύγχυση πιθανόν να τους προκαλούσαν. Για τον λόγο αυτό θα έκαναν οι ίδιοι όλες τις αναγκαίες εξετάσεις.
Ο γιατρός μας καθησύχασε για τις αργίες του Πάσχα που ακολουθούσαν λέγοντας μας πως, δεν θα επηρέαζαν καθόλου την ενδεδειγμένη περίθαλψη του ασθενή μας.
Στην απογευματινή επίσκεψη, οι νοσηλευτές μας ενημέρωσαν για τα αποτελέσματα των αναλύσεων, που έδειχναν μια βαριάς μορφής λοίμωξη στους πνεύμονες και ότι άρχισαν να την αντιμετωπίζουν με συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή.
Το Μεγάλο Σάββατο μετά την πρωινή επίσκεψη στον ασθενή μας, πήγαμε στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ για να ακούσουμε τον Καλό Λόγο, να πάρουμε το Άγιο Φως και να προσκυνήσουμε στον Πανάγιο Τάφο. Παρά το αδιαχώρητο που δημιούργησε η κοσμοσυρροή αξιωθήκαμε να πάρουμε το Άγιο Φως και να προσκυνήσουμε.
Όταν επιστρέψαμε, πήγαμε κατ’ ευθείαν στην Εντατική για να δούμε τον ασθενή μας.
Εκεί οι νοσηλευτές, μας είπαν πως με έκπληξη είδαν τον ασθενή μας να δακρύζει και μας σύστησαν να του μιλούμε θετικά και πως θα έπρεπε να του εξηγήσουμε που βρισκόταν και τον λόγο που τον πήγαμε εκεί.
Την Τρίτη μετά το Πάσχα, όταν οι καθηγητές επέστρεψαν από τις διακοπές τους και αφού μελέτησαν τα αποτελέσματα των αναλύσεων και εξέτασαν οι ίδιοι τον ασθενή μας, αποφάσισαν να κάνουν τραχειοτομή για να ξαλαφρώσουν το αναπνευστικό σύστημα και να προστατέψουν τον ασθενή από πιθανά προβλήματα που θα μπορούσε να προκαλέσει η παρατεταμένη χρήση του αναπνευστήρα.
Μας ενημέρωσαν επίσης ότι, τις επόμενες μέρες και αφού θα είχαν τα αποτελέσματα των δικών τους εξετάσεων πάνω στην βιοψία που πήραμε μαζί μας από την Κύπρο, θα αποφάσιζαν πως να χειρίζονταν την σοβαρότατη κατάσταση του ασθενή μας.
Την Κυριακή 23 Απριλίου λίγο πριν το μεσημέρι, λόγω κάποιων υποχρεώσεων αναχώρησαν για την Κύπρο οι συγγενείς που ήταν μαζί μου στο Ισραήλ, έτσι έμεινα μόνος με τον ασθενή μας για δυο μέρες.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας με φώναξε ο εντατικολόγος, ήθελε να μου μιλήσει.
Συναντηθήκαμε σε ένα από τα γραφεία της Εντατικής. Ήθελε να με ενημερώσει για την συνάντηση των καθηγητών που έγινε νωρίτερα. Φαινόταν σκεπτικός και δυσκολευόταν να ανοίξει την συζήτηση.
Μου είπε πως στην συνάντηση τους οι καθηγητές, δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε ασφαλές συμπέρασμα, γιατί η αξονική τομογραφία και η βιοψία που φέραμε από την Κύπρο κατέστησαν μη διαγνώσιμα μετά που συγκεκριμένες ενέργειες των γιατρών στην Κύπρο κάλυψαν το πρόβλημα και ήταν αδύνατη η ακριβής διάγνωση του.
Τα αποτελέσματα έδειχναν σοβαρό πρόβλημα στον εγκέφαλο, που θα μπορούσε να ήταν κάποιος όγκος, ένα λέμφωμα ή κάποιου είδους φλεγμονή, αλλά δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν με ακρίβεια τι αυτό ήταν.
Έτσι οι καθηγητές αποφάσισαν πως, με αυτά τα δεδομένα δεν είχαν κάτι να προσφέρουν και θα έπρεπε ο ασθενής μας να σταλεί πίσω στην Κύπρο.
Πάγωσα, αλλά δεν έχασα την ψυχραιμία μου.
Είπα στον εντατικολόγο: Δεν μπορεί ο ασθενής μας να φύγει από εδώ.
Θα πεθάνει αν σταλεί πίσω στην Κύπρο. Οι γιατροί εκεί δεν μας έδιναν καμιά ελπίδα. Προτιμώ να πεθάνει εδώ μαζί σας, παρά στην Κύπρο και αβοήθητος.
Συνέχισα λέγοντας: Θα μιλήσω με τους υπόλοιπους συγγενείς και θα τους ζητήσω όπως σας εξουσιοδοτήσουμε να κάνετε ότι μπορείτε, με όποια μέσα έχετε και να είναι στη δική μας ευθύνη για ότι συμβεί.
Ο γιατρός συγκινημένος μου απάντησε.
Δεν είναι έτσι που δουλεύουμε εμείς. Εδώ ακολουθούμε την ηθική και τους νόμους μας.
Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι σε έναν ασθενή, όταν εκ των πρότερων ξέρουμε πως θα του δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα.
Θέλω να μιλήσω με τους καθηγητές, του απάντησα.
Αυτό μπορεί να γίνει μου είπε και συνέχισε: Θα γίνει μια συνάντηση των καθηγητών αύριο και θα μπορείς να παρευρεθείς για να τους μιλήσεις.
Θα παρευρεθώ του είπα και τον ρώτησα: Όλα αυτά τα δυσάρεστα που μου είπες πριν, να τα αναφέρω στους συγγενείς στην Κύπρο, ή να περιμένω να τα αναφέρω μετά την συνάντηση που θα έχουμε αύριο;
Ο εντατικολόγος μου απάντησε με σταθερή φωνή: Ναι, να τους το πεις τώρα, γιατί πρέπει να ξέρεις πως, πάρα πολύ σπάνια γίνονται θαύματα και θα είναι μεγάλο θαύμα αν οι καθηγητές αλλάξουν την απόφαση τους αύριο.
Βγήκα από την εντατική και έστειλα αμέσως μηνύματα, ενημερώνοντας τους συγγενείς στην Κύπρο για τη δυσάρεστη εξέλιξη, αναστατώνοντας τους πάντες. Όλο το απόγευμα μιλούσα στο τηλέφωνο και απαντούσα σε μηνύματα.
Δεν κοιμήθηκα το βράδυ. Διάβασα αρκετές φορές τον βεβαρημένο ιατρικό φάκελο του ασθενή μας, για να είμαι προετοιμασμένος στη συνάντηση της επόμενης μέρας.
Η γραφή και οι ορολογίες των ιατρικών εκθέσεων ήταν πρωτόγνωρες για μένα, αφού ευτυχώς δεν είχα τέτοια εμπειρία στο παρελθόν. Στην πρώτη ανάγνωση δυσκολεύτηκα λίγο, αλλά στην δεύτερη και τρίτη καλά τα πήγα. Άρχισα να εντοπίζω κάποια πράγματα που δεν μου άρεσαν, κάποιες αντιφάσεις, κάποιες παραλήψεις, κάποια πράγματα που δημιουργούν ερωτηματικά…
Αφού δεν είχα την γνώση αλλά ούτε και την εμπειρία, κράτησα σημειώσεις για όλα όσα μου κινούσαν την περιέργεια. Θα τα ρωτούσα αργότερα για να τα ξεδιαλύνω, μήπως και έκανα λάθος στις εκτιμήσεις μου.
Δευτέρα 24 Απριλίου: Η συνάντηση με τους καθηγητές ήταν προγραμματισμένη για τις 11:00 το πρωί σε γραφείο στην Εντατική.
Πήγα εκεί πολύ νωρίς, για να δω τον ασθενή μας και να είμαι έγκαιρα στη συνάντηση που θα ακολουθούσε.
Όση ώρα περίμενα, στεκόμουν δίπλα στον ασθενή μας και του μιλούσα σιγανά. Κατά διαστήματα του άγγιζα τα χέρια με μια αποξηραμένη μαργαρίτα που είχα στο σημειωματάριο μου. Την είχα πάρει από τον επιτάφιο, όταν πήγαμε να προσκυνήσουμε στην μονή του Αγίου Παντελεήμονα στην παλιά Ιερουσαλήμ.
Το άγγιγμα ήταν ανάλαφρο και κάθε φορά που το έκανα, έλεγα στον ασθενή μας: Κλείσε τα μάτια αν νοιώθεις που σε αγγίζω, ο ασθενής μας, έκλεινε τα μάτια.
Άνοιξε τα μάτια όταν σε αγγίζω, ο ασθενής μας, άνοιγε τα μάτια.
Αυτό ήταν το πρώτο αλλά και το μόνο πράγμα που είπα στους καθηγητές όταν τους συνάντησα.
Οι καθηγητές στάθηκαν γύρω από τον ασθενή μας και άρχισαν να εξετάζουν την νευρολογική του κατάσταση. Με τις γνώσεις και την εμπειρία τους, έβλεπαν κινήσεις που εγώ δεν μπορούσα να δω.
Αφού τέλειωσαν την εξέταση μπήκαμε στο γραφείο για τη συνεδρίαση.
Μιλούσαν εβραϊκά. Εγώ δεν μίλησα καθόλου, μόνο άκουγα με προσοχή, δεν καταλάβαινα τίποτα από ότι έλεγαν αλλά έμεινα προσηλωμένος και τους άκουγα.
Ένας από τους καθηγητές επαναλάμβανε το MRI όσο μιλούσε. Ήταν το μόνο που κατάλαβα από όλα όσα είπαν μεταξύ τους.
Όταν σηκώθηκαν κατάλαβα πως η συνάντηση τελείωσε, αλλά δεν κατάλαβα ποιο ήταν το αποτέλεσμα της.
Πλησίασα εκείνο τον καθηγητή που αναφερόταν στο MRI και του είπα: Τι έγινε γιατρέ, δεν μπορούμε να στείλουμε τον ασθενή μας πίσω.
Ο καθηγητής με αγκάλιασε και μου κτύπησε παρηγορητικά τον ώμο.
Μην ανησυχείς. Θα τον σώσουμε, μου είπε και συνέχισε λέγοντας μου για τις αποφάσεις τους.
Είχαν επικεντρωθεί στην περίπτωση φλεγμονής αλλά δεν θα μπορούσαν να αποκλείσουν το λέμφωμα, έτσι θα έπρεπε να ξεκινήσουν μια συγκεκριμένη θεραπεία που καταπολεμά αυτά τα δυο, αλλά δεν προκαλεί άλλη ζημιά και προβλήματα στον ασθενή.
Μετά από την πρώτη δόση θα έκαναν νέα αξονική τομογραφία και παρακέντηση. Ανάλογα με τα αποτελέσματα θα αποφάσιζαν για τις επόμενες κινήσεις.
Τα νέα ήταν ευχάριστα, τουλάχιστον δεν θα μας έστελναν πίσω στην Κύπρο με εκείνη την τραγική κατάσταση του ασθενή μας.
Πρώτο μου μέλημα μετά την συνάντηση, ήταν να ενημερώσω τους συγγενείς στην Κύπρο, να τους καθησυχάσω.
Η πρώτη δόση της εξειδικευμένης θεραπείας έγινε την ίδια μέρα.
Την επόμενη μέρα το πρωί, ο ασθενής μας έδειξε πενιχρά σημάδια βελτίωσης.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας έγινε η αξονική τομογραφία και δυο μέρες αργότερα έγινε η παρακέντηση.
Τα σημάδια βελτίωσης άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή και σε πιο γρήγορο ρυθμό. Η παθολογική κατάσταση είχε βελτιωθεί εντυπωσιακά, ενώ η βελτίωση της νευρολογικής κατάστασης ήταν ασήμαντη αλλά ενθαρρυντική.
Την 1 Μαΐου ο ασθενής μας μεταφέρθηκε στην Νευρολογική Πτέρυγα ξεφεύγοντας πλέον από τον κίνδυνο για τη ζωή του.
Στις 13 Μαΐου για πρώτη φορά ο ασθενής μας μπορεί να καθίσει σε κάθισμα έστω για λίγο.
Στις 14 Μαΐου ακούσαμε για πρώτη φορά τη φωνή του ασθενή μας.
Στις 22 Μαΐου λόγω υποχρεώσεων οι υπόλοιποι συγγενείς επιστρέφουν στην Κύπρο έτσι μένω και πάλι μόνος με τον ασθενή μας.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας αφαιρέθηκαν όλα τα αναπνευστικά βοηθήματα και η τραχειοτομή έκλεισε από μόνη της, μετά από λίγες ώρες.
Τρίτη 23 Μαΐου ο ασθενής μας μπορεί πλέον να κάθεται σε τροχοκάθισμα και να βγαίνει για βόλτα εκτός της νευρολογικής κλινικής.
Την ίδια μέρα λίγο πριν το μεσημέρι, πήγα τον ασθενή μας για επίσκεψη στην Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης όπου το νοσηλευτικό προσωπικό έκπληκτο, μας υποδέχθηκε με ανοικτό το στόμα. Δεν πίστευαν σε αυτό που έβλεπαν.
Ω Θεέ μου, αυτό είναι θαύμα, έλεγαν κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.
Το βράδυ της ίδιας μέρας ακούγοντας τα θαυμαστά νέα, ένας-ένας οι γιατροί της Εντατικής έρχονταν στην Νευρολογική πτέρυγα, για να δουν με τα ιδία τους τα μάτια την απίστευτη πρόοδο της υγείας του ασθενή μας.
Αντικρίζοντας το θαυμαστό θέαμα, έμεναν όλοι εμβρόντητοι και συγκινημένοι έλεγαν:
Θεέ μου, αυτό είναι πραγματικό θαύμα.
Την επόμενη μέρα, επισκέφθηκε τον ασθενή μας εκείνος ο καθηγητής που πριν ένα μήνα μου είπε «μην ανησυχείς, θα τον σώσουμε»
Βλέποντας λοιπόν τον ασθενή μας ο καθηγητής έμεινε αποσβολωμένος και κατασυγκινημένος είπε: Θαύμα, θαύμα.
Δακρυσμένος γύρισε και έφυγε, δεν μπορούσε να πει κάτι άλλο, ίσως και να μην είχε κάτι άλλο να πει, μετά από εκείνο που είδε…
Στις 25 Μαΐου γίνεται η αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή μας για παραπομπή του σε Κέντρο Αποκατάστασης.
Στην έκθεση του ο καθηγητής που έκανε την αξιολόγηση ανάφερε πως, με βάση την νευρολογική κατάσταση του ασθενή κατά την ημέρα που του έγινε η αξιολόγηση, συστήνεται πρόγραμμα αποκατάστασης διάρκειας ενός μήνα και πως στο τέλος του προγράμματος ο ασθενής θα ήταν σε θέση να μπορεί από μόνος του να κατεβαίνει από το κρεβάτι και με την βοήθεια του «Π» θα μπορούσε να περπατά μικρές αποστάσεις μέσα και έξω από το σπίτι.
Στις 3 Ιουλίου μετά από έγκριση του Υπουργείου Υγείας της Κύπρου, ο ασθενής μας μεταφέρθηκε στο προτεινόμενο Κέντρο Αποκατάστασης «Hadassah Mount Scopus»
Μετά από 3 εβδομάδες προγράμματος αποκατάστασης, ο ασθενής μας μπορούσε να περπατήσει από μόνος του χωρίς καμία υποστήριξη.
Την Κυριακή 23 Ιουλίου επισκέφθηκε τον ασθενή μας ο καθηγητής που έκανε την αξιολόγηση και έκπληκτος είπε: Μα αυτό είναι ΘΑΥΜΑ!
Την Τρίτη 25 Ιουλίου ο ασθενής μας πήρε εξιτήριο και με την δύναμη του Θεού περπατήσαμε μαζί τα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης της Ιερουσαλήμ, φτάνοντας στον Πανάγιο Τάφο όπου γονατιστοί μπροστά στον τάφο του Υιού του, προσευχηθήκαμε και ευχαριστήσαμε τον Θεό για το θαύμα του.
Την Τετάρτη 26 Ιουλίου επιστρέψαμε στην Κύπρο, Γεροί και Δυνατοί, γεμάτοι αισιοδοξία και πίστη για το μέλλον.
Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου.
Υ.Γ
Για ευνόητους λόγους δεν αναφέρω το όνομα του ασθενή ούτε και τα ονόματα των συγγενών, γιατρών, ενεργειών, φαρμάκων και κλινικών.
Όλα είναι καταχωρημένα στον ιατρικό φάκελο του ασθενή μας, γραμμένα και διατυπωμένα από τους ιδίους τους γιατρούς.
Δόξα συ ο Θεός!
Ευχαριστώ τον Θεό που με αξίωσε να ζήσω το θαύμα.
Ευχαριστώ δημόσια την γενική διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας για το προσωπικό της ενδιαφέρον και την μεγάλη ευαισθησία που επέδειξε στο πρόβλημα μας.
Ευχαριστώ τις καλές φίλες για την καθοδήγηση και την συμπαράσταση.
Ευχαριστώ τους καθηγητές, τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και όλο το προσωπικό του νοσοκομείου στο Ισραήλ, για όλα όσα πρόσφεραν στον ασθενή μας, αλλά και σε εμάς.
Ευχαριστώ φίλους και γνωστούς για την όποια βοήθεια.
Ευχαριστώ τους συγγενείς μας για την στήριξη που μας παρείχαν σε όλη την διάρκεια των 108 ημερών της παραμονής μας στο Ισραήλ.
Ευχαριστώ τον κατά νόμο κηδεμόνα του ασθενή μας για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε.
Ευχαριστώ τους απλούς ανθρώπους και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα του Ισραήλ για ότι μας πρόσφεραν.
Ο βιώσας το θαύμα.
Βίκτωρ Καραγιάννης
Βίκτωρ Καραγιάννης

Comments
Post a Comment