Skip to main content

15 Αυγούστου 1974 αργά το απόγευμα!

 

https://youtu.be/fSQowSaAYQM

Πέσαμε στη θάλασσα για να σωθούμε…

Στην περιοχή μας το «εθνοσωτήριο» πραξικόπημα επικράτησε πλήρως από νωρίς το απόγευμα της Δευτέρας.

Την Τρίτη και την Τετάρτη στο χωριό μας, έγιναν αρκετές συλλήψεις, κάποιοι ανακρίθηκαν επι τόπου και άλλοι μεταφέρθηκαν στην «Ανωτέρα» στο Βαρώσι όπου έτυχαν ιδιαίτερης μεταχείρισης.

Ο κόσμος περιορίστηκε στα σπίτια του και στους δρόμους κυκλοφορούσαν  μόνο οι «αρματολοί» χωριανοί μας και ξένοι, που κρατούσαν επιδεικτικά τα όπλα τους, προβάλλοντας τις σκανδάλες έξω από τα παράθυρα των αυτοκινήτων που τους μετέφεραν.

Αργά το απόγευμα της Πέμπτης,  έγινε μικρής κλίμακας επιστράτευση και ανάμεσα στους κληθέντες ήταν και ο γαμπρός μου, ο σύζυγος της αδερφής μου. Αυτό το γεγονός πρόσθεσε στην αγωνία που νιώθαμε τις προηγούμενες μέρες και ήταν ένα σημάδι ότι κάτι χειρότερο θα συνέβαινε.

Την Παρασκευή το απόγευμα, δυο υπερηχητικά πολεμικά αεροπλάνα έσχισαν τον ουρανό του χωριού μας, με κατεύθυνση νότια και χάθηκαν στον ορίζοντα, αφήνοντας πίσω τους τον καπνό και τον εκκωφαντικό τους θόρυβο. Δεν πέρασε αρκετή ώρα και επέστρεψαν με την ίδια ταχύτητα πηγαίνοντας βόρεια.

Όταν οι σειρήνες ήχησαν νωρίς του Σαββάτου το πρωί, ήμασταν ήδη προετοιμασμένοι για τα χειρότερα. Ο ήχος τους επαλήθευε εκείνο που στριφογύριζε στη σκέψη μας όλες τις προηγούμενες ημέρες. Ήρθαν οι Τούρκοι, έγινε αυτό που κάποιοι μας προειδοποιούσαν συνεχώς, αυτό που έγραφαν οι εφημερίδες προ πολλού. Είχαμε πόλεμο.

Όλοι οι στρατεύσιμοι άνδρες, μαζευτήκαμε στο κέντρο του χωριού, όπου ένας αυτόκλητος «οπλαρχηγός» έδινε εντολές, «εσύ απ’ εδώ, εσύ απ’ εκεί» και ανάλογα με τις εντολές, κάποιοι ανεβήκαμε στα φορτηγά με προορισμό το μέτωπο και κάποιοι έμειναν στα μετόπισθεν για «πολιτική άμυνα» και «πολιτοφυλακή»

Εμάς μας μετέφεραν στο στρατόπεδο στο «Δυόμισι Μίλι» όπου ήταν η έδρα του 201Τ.Π.

Κατεβήκαμε γρήγορα από τα φορτηγά και σταθήκαμε στη γραμμή για την απαιτούμενη καταγραφή και κατανομή μας σε ομάδες. Η κατάσταση εκεί ήταν άναρχη, χαώδης.

Μπροστά μου στη γραμμή, στεκόταν κάποιος γνωστός ποδοσφαιριστής με τον οποίο πιάσαμε κουβέντα, όσο περιμέναμε. Μιλούσαμε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά και λέγαμε για τον «λάκκο των λεόντων» που μας έριξαν με το «εθνοσωτήριο» πραξικόπημα. Ο «υπεύθυνος» στις εγγραφές, ποδοσφαιριστής και εκείνος, ενθουσιάστηκε πολύ καθώς αντίκρισε τον συμπαίκτη του. Παράτησε το γράψιμο και με υπέρμετρο ενθουσιασμό, αγκάλιασε με θέρμη τον προπορευόμενο μου, λέγοντας του «φίλε μου καλέ μου, σε μισή ώρα από τώρα θα πάρουμε την Πόλη» την Κωνσταντινούπολη εννοούσε.

Δεν πέρασαν μερικά λεπτά και ένα πολεμικό αεροπλάνο πέρασε σαν φάντασμα, χαμηλά από πάνω μας. Αμέσως, μια δυνατή φωνή έδινε διαταγή για διασπορά και κάλυψη μέσα στους γειτνιάζοντες πορτοκαλεώνες. 

Μπήκαμε στο πλησιέστερο περιβόλι και κρυφτήκαμε κάτω από τα δέντρα. Δεν μας γύρεψε κανείς, μείναμε κάτω από τις πορτοκαλιές μέχρι την Δευτέρα το απόγευμα, όταν ανακοινώθηκε από το ραδιόφωνο η επίτευξη συμφωνίας για κατάπαυση του πυρός «εκεχειρίας» 

Με την εκεχειρία λοιπόν, επιστρέψαμε στο στρατόπεδο. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν επιστρέψαμε όλοι.

Διανυκτερεύσαμε εκεί το βράδυ.

Το επόμενη μέρα, Τρίτη 23 Ιουλίου 1974 το απόγευμα και αφού μας έδωσαν στολές (χωρίς ζωστήρα και εξαρτίσεις) μας χώρισαν σε ομάδες και μέσα σε φορτηγά μας μετάφεραν σε διάφορους προορισμούς. Στο Φτωχοκομείο, στις Πολωνικές Παράγκες και αλλού. Εμάς, μας πήγαν στο λιμάνι της Αμμοχώστου για να επανδρώσουμε ένα φυλάκιο που βρισκόταν ακριβώς δίπλα από την βόρεια είσοδο του λιμανιού, απέναντι από τα «τεισιά της Αμοχούστου» στην βόρεια πλευρά της εντός των τειχών πόλης.

Η Τουρκοκυπριακή συνοικία «Σακάρια» βρισκόταν δίπλα μας στα δυτικά. Τα σπίτια ήταν άδεια και πρόσφεραν εύκολη πρόσβαση σε μερικούς, προς αναζήτηση φαγητού και νερού στη διάρκεια της «εκεχειρίας». Σε κάποιους μάκρυνε το χέρι τους και σε άλλους βούτηξε το χέρι τους στο μέλι…

 Από ότι μάθαμε αργότερα, η συνοικία εγκαταλείφθηκε οργανωμένα και με βάση σχεδίου στις 17 του Ιούλη. Οι κάτοικοι κλείστηκαν μέσα στην «Αμόχουστο» και τα γυναικόπαιδα βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στις γαλαρίες του προμαχώνα «Μαρτινέγκο» στα βορειοδυτικά του τείχους, ενώ οι άνδρες επιστρατεύθηκαν αναμένοντας την επερχόμενη εισβολή της Τουρκίας που θα γινόταν τρεις μέρες αργότερα.

Τομέας ευθύνης μας, ήταν από την βόρεια πύλη του λιμανιού μέχρι και το φτωχοκομείο στα δυτικά. Αποστολή μας ήταν η προάσπιση του λιμανιού και η αντιμετώπιση της όποιας προέλασης των Τουρκοκυπρίων που βρίσκονταν κλεισμένοι μέσα στα τείχη και είχαν τις θέσεις μάχης τους πάνω σε αυτά.

Στον ίδιο τομέα ευθύνης βρίσκονταν και μερικοί κληρωτοί εθνοφρουροί και υπεύθυνος αξιωματικός φαίρεται να ήταν ένας Ελλαδίτης ανθυπολοχαγός, με βοηθό του ένα κληρωτό λοχία που εκτελούσε χρέη επιλοχία. Λοχαγός δεν υπήρχε και τον διοικητή του τάγματος τον είδαμε μόνο μια φορά. Ήταν το πρώτο βράδυ που μας πήγαν εκεί και ήρθε για να μας επιθεωρήσει. Ούτε το όνομα του το θυμάμαι ούτε και τη φάτσα του. Εκείνο όμως που δεν θα ξεχάσω ποτέ από τον άνθρωπο εκείνο, είναι η συμπεριφορά του. Ούρλιαζε κυριολεκτικά γιατί είμασταν αξύριστοι, με μακριά μαλλιά και τα παπούτσια μας δεν ήταν στιλβωμένα. Ήταν «αλλού» ο άνθρωπος.

Η διοίκηση του τάγματος, από ότι μας λέγανε,  ήταν εγκατεστημένη σε μια σπηλιά γνωστή ως «η σπηλιά της Μοχάτκα»(;) κοντά στο «σπίτι της Αμερικάνας» όπως ήταν γνωστό το συγκεκριμένο σημείο και ήταν στην περιοχή του Καράολου, αρκετά μακριά από εμάς, στα βόρεια μας. Στην ίδια περιοχή βρισκόταν και το υπόλοιπο τάγμα.

Εμείς είμασταν σαν τους ξεχασμένους. Τρώγαμε ότι βρίσκαμε και πίναμε χυμούς πορτοκάλι αντί νερού, αφού δεν είχαμε.

Κάποιοι από εμάς ταλαιπωρήθηκαν αρκετά από ευκοιλιότητες που τους προκαλούσαν αφυδάτωση και αδυναμία.

Παρά την ταλαιπωρία και την αδυναμία που νοιώθαμε, βρίσκαμε το κουράγιο να θωρακίσουμε τις θέσεις μας και να ενισχύσουμε τα πολυβολεία μας.

Τα όπλα μας βέβαια ήταν τα απαρχαιωμένα «Μαρτίνια» και τα οπλοπολυβόλα «Μπρέν» από τον καιρό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το δικό μας φυλάκιο το επανδρώναμε τρείς επίστρατοι και με όπλα ένα «Μπρέν» και δύο «Μαρτίνια»

Καθ’ όλη τη διάρκεια της «εκεχειρίας» έρχονταν κάποιοι «καλά οπλισμένοι» που το έπαιζαν «ηγέτες και γνώστες» και έλεγαν διάφορα σαν κι’ αυτά «απόψε θα ξεφορτώσουμε Ελληνικά Άρματα Μάχης στην Αγία Νάπα και να μην κοιμηθείτε το βράδυ, για να τους δείξετε από πού να περάσουν και να μπουν στην «Αμόχουστο» «να είστε έτοιμοι απόψε, γιατί θα έρθει ένα σκάφος να σας πάει μέσα στο λιμάνι για να ανακαταλάβετε το κτίριο του Τελωνείου»

Εκείνους τους «τύπους» τους είδαμε για τελευταία φορά στις 13 Αυγούστου, μια μέρα πριν την δεύτερη φάση της Τούρκικης εισβολής.

Πριν καλά-καλά ξημερώσει η Τετάρτη 14 Αυγούστου, αρχίσαν να μας κτυπάνε οι Τούρκοι από απέναντι. Τα πυρά τους ήταν κατεγηστικά και εμείς έπρεπε να μετράμε την κάθε σφαίρα που ρίχναμε, γιατί τα πυρομαχικά μας ήταν «μετρημένα». Μας είχαν καθηλώσει. Δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε κεφάλι. Από πάνω μας τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν το λιμάνι και κάποιοι από εμάς φώναζαν πως ήταν ελληνικά.

Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας, όταν οι Τούρκοι σταμάτησαν να μας κτυπάνε από παντού, βρήκα την ευκαιρία και βγήκα έξω από το φυλάκιο, προς αναζήτηση του αξιωματικού. Βρήκα τον λοχία και του είπα πως ακούσαμε ότι έσπασε η γραμμή της Μιάς Μηλιάς και θα ήταν φρόνιμο αν υποχωρούσαμε, γιατί ήταν αδύνατο να κρατήσουμε τις θέσεις μας και θα εγκλωβιζόμασταν εκεί. Ο λοχίας άρχισε να φωνάζει ότι είμαι «προδότης»

Επέστρεψα στο φυλάκιο και με τους συμπολεμιστές μου αρχίσαμε να αναζητάμε τρόπους διαφυγής. Κάποιοι από εμάς συμφωνήσαμε πως μόνο η θάλασσα θα μας έσωζε, κάποιοι ήταν της άποψης πως έπρεπε να φύγουμε δια μέσου των περβολιών, κάποιοι αλλοι είπαν πως η πιο ασφαλής διέξοδος ήταν να αναζητήσουμε καταφύγιο στο στρατόπεδο των Ηνωμένων Εθνών που βρισκόταν στα βορειοδυτικά μας.

Στο φυλάκιο μας δεν κοιμήθηκε κανείς εκείνο το βράδυ. Λέγαμε πως κύριο μέλημα μας θα ήταν, να μην αφήσουμε τους Τούρκους να ανέβουν πάνω στον κυματοθραύστη του λιμανιού, γιατί δεν θα είχαμε καμία δίοδο διαφυγής.

Το επόμενο πρωί ημέρα Πέμπτη στις 15 του Αυγούστου, άρχισαν να μας σφυροκοπάνε από παντού, οι σφαίρες έπαιφταν βροχή.

Με την πρώτη ριπή που έριξε το «Μπρέν» μας, έπαθε εμπλοκή.

Ένα βλήμα όλμου έπεσε πάνω στο φυλάκιο λίγο πιο πέρα από το δικό μας. Δυο συμπολεμιστές μας σκοτώθηκαν και επέζησε τρίτος.

Μια σφαίρα πολυβόλου ξέσκισε ένα σακί άμμου στο φυλάκιο μας. Ένας από εμάς έβγαλε το πουκάμισο του και τύλιξε το σακί για να μην αδειάσει η άμμος και πέσουν όλα πάνω μας και μας καταπλακώσουν.

Από τη μεριά της θάλασσας, οι Τούρκοι κατέλαβαν μεγάλο μέρος του λιμανιού.

Από δικής μας πλευράς, μια μονάδα της Εθνικής Φρουράς που βρισκόταν στη λίμνη του Αγίου Λουκά, κάπου στα δυτικά μας, έριχνε βλήματα όλμων με στόχο τις τουρκικές θέσεις πάνω στα τείχη. Έβγαζαν φλόγες και καπνούς. Κάποιοι λέγαμε πως ήταν «εμπρηστικά» και νομίζαμε πως θα καίγαμε τους Τούρκους ζωντανούς.

Σε κάποια φάση σίγησαν όλα. Μείναμε μόνοι. Οι Τούρκοι συνέχισαν να μας κτυπάνε με την ιδια μανία. Καμιά ζημιά στα τείχη, καμιά καμένη γη. Φαίνεται πως τα βλήματα που έπεφταν πιο πριν, ήταν «εκπαιδευτικά» ή «κρότου-λάμψης» αλλιώς, δεν εξηγήται όλος εκείνος ο «χαλασμός κόσμου» για το τίποτα.

Άρχισε να ροδίζει ο ουρανός και η ήλιος ήταν προς την δύση του, όταν ακούσαμε τον δυνατό θόρυβο κάποιου βαριού οχήματος. Ένα τουρκικό τανκς ερχόταν κατά πάνω μας. Ποιο πέρα από έμας, προς την πλευρά του τανκς όπως το βλέπαμε, ήταν ένα μεγάλο βουνάρι χαλκοπυρίτη που πάνω του ήταν στημένο ένα δικό μας εγκαταλειμμένο πολυβολείο. Το τανκς γύρισε τον πύργο του προς τα εκεί και έριξε μια με το πυροβόλο του. Το πολυβολείο εξαφανίστηκε και η σκόνη του χαλκοπυρίτη κάλυψε την περιοχή.

Τότε πήραμε την μεγάλη απόφαση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» «μόνο η θάλασσα μας σώζει»

Εγώ, έπεσα πρώτος μέσα στη θάλασσα και φώναζα στους υπόλοιπους να με ακολουθήσουν. Κρύφτηκα πίσω από μια πέτρα στον κυματοθραύστη και τους περίμενα να έρθουν. Τους έβλεπα να τρέχουν κάτω από τα κατεγιστικά πυρά των Τούρκων, κάποιοι έπεφταν και ξανασηκώνονταν, δεν ξέρω αν έμεινε κάποιος πεσμένος εκεί. Τα Τουρκικά άρματα μάχης πολυβολούσαν τις θέσεις μας. Ήταν η απόλυτη αίσθηση του τρόμου.

Κολυμπούσαμε αρκετή ώρα υπο τα πυρά των Τούρκων, που μας έβλεπαν από ψηλά πάνω στα τείχη. Οι σφαίρες περνούσαν ξυστά από πάνω μας ή έπεφταν δίπλα μας μέσα στο νερό.

Κάποιους που δεν ήξεραν να κολυμπούν ή ήταν εξαντλημένοι από την αφυδάτωση, τους είχαμε να ακουμπάνε στους ώμους μας, βοηθώντας τους να μας ακολουθήσουν.

Εν τω μεταξύ, οι Τούρκοι σταμάτησαν να μας βάλλουν όταν τα τούρκικα τανκς θριαμβευτικά περάσανε τα τείχη της «Αμοχούστου»

Κολυμπούσαμε αρκετές ώρες μέχρι να νιώσουμε κάποια ασφάλεια. Βγήκαμε πάνω στον τοίχο του «Κωνστάντια» γύρω στις 11:00 το βράδυ. Μετρηθήκαμε, είμασταν έντεκα.

Εγώ, είπα πως, έπρεπε να συνεχίσουμε την πορεία μας προς τον Άγιο Μέμνωνα που ήξερα την περιοχή καλύτερα, κάποιοι που ένοιωθαν εξουθενωμένοι είπαν να βγούμε προς «Δημοκρατίας»

Με ακολούθησαν δυο, οι υπόλοιποι πήγαν προς «Δημοκρατίας»

Κολυμπήσαμε μέχρι το «Αλάσια» και βγήκαμε στη στεριά. Περπατήσαμε αρκετή ώρα μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μου, που βρισκόταν δυτικά του Γ’ Γυμνασίου στην περιοχή του Αγίου Μέμνωνα.

Το σπίτι ήταν κλειστό, οι πόρτες κλειδωμένες και δεν μας άκουγε κανείς.

Κτύπησα την πόρτα του διπλανού σπιτιού. Μας άνοιξε ο γείτονας. Του ζητήσαμε νερό και ρούχα να φορέσουμε, γιατί βγάλαμε τα ρούχα μας πριν πέσουμε στη θάλασσα.

Ο καλός γείτονας, μας έδωσε να φορέσουμε ότι βρήκε και μας έφερε νερό να πιούμε. Έκοψε και καρπούζι. Μας είπε πως φύγανε όλοι αλλά δεν ήξερε κατά πού πήγαν.

Κοιμηθήκαμε εκεί για λίγο και σηκωθήκαμε πριν ξημερώσει, για να συνεχίσουμε την πορεία μας. Είπαμε στον γείτονα να μας ακολουθήσει, αλλά δεν ήθελε να εγκαταλείψει το σπίτι του.  Πριν βγούμε του περιβολιού, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Ήταν ο γιός του γείτονα, ήρθε να πάρει τον πατέρα του μετά που άκουσε πώς, οι Τούρκοι μπήκαν στην «Αμόχουστο»

Ευτυχώς ο καλός μου γείτονας δέχθηκε να φύγει, έτσι φύγαμε και εμείς πιο ίσιχοι. Προορισμός μας ήταν τα περιβόλια μέσα στις Βρετανικές Βάσεις στο «Τέσσερα Μίλι»

Ήταν λίγο πριν το μεσημέρι της Παρασκευής 16 Αυγούστου όταν φτάσαμε στο «περβόλι του Μήτσιου».  Κόσμος πολύς εκεί μέσα. Με το που μας είδαν έτρεξαν όλοι πάνω μας. Με δάκρια και αναφιλητά ρωτούσαν «είδες τον γιό μου» «ήταν και ο γιος μου μαζί σας» «είδες τον εγγονό μου» «ήταν και ο τάδε μαζί σας» θρήνος, σπαραγμός ψυχής, μια τραγωδία.

Σε λίγο άρχισαν να φτάνουν και άλλοι, ήταν κάποιοι από εκείνους που έφυγαν δια μέσου των περβολιών, ήρθαν και κάποιοι από εκείνους που αποχωριστήκαμε στο
«Κωνστάντια» και πήγαν προς «Δημοκρατίας»

Μας είπαν πως άνοιξαν το καφέ «Edelweiss» και ξέπλυναν τα τραύματα τους με Ουίσκι. Κάποιος είχε τραύμα στο χέρι από εξοστρακισμένη σφαίρα, άλλοι πληγώθηκαν στα πόδια όταν ανεβήκαμε στους βράχους και όλοι μας είχαμε αχινούς σε όλο μας το σώμα.

Αφού ξέπλυναν τα αίματα και τις πληγές, συνέχισαν την πορεία τους, κτυπώντας την πόρτα σε όποιο σπίτι έβλεπαν φως. Δεν είδαν κανένα μπροστά τους, δεν συνάντησαν κανένα σε όλη τη διαδρομή.

Αφού πέρασαν από το σπίτι ενός από εκείνους και φόρεσαν κάτι για να μην κυκλοφορούν με το βρακί, περπάτησαν μέχρι την Δερύνεια που ήταν το σπίτι αλλουνού. Όλα βουβά και σκοτεινά. Μόνο οι πετεινοί ακούγονταν όταν χάραξε το φως.

Στο περιβόλι, μας έδωσαν ότι είχαν για να φάμε και ξεκουραστήκαμε κάτω από τα δέντρα.

Την ίδια ώρα, ο Τουρκικός στρατός πέρασε από το «Δυόμισι Μίλι» και περικύκλωσε το Βαρώσι που το κατέλαβε αμαχητί λίγο άργοτερα την ίδια μέρα.

Το απόγευμα, ανακοινώθηκε η επίτευξη συμφωνίας για κατάπαυση του πυρός. Με το άκουσμα της, ανακουφιστήκαμε όλοι χωρίς να γνωρίζουμε το μέγεθος της τραγωδίας και τις επι του εδάφους πραγματικότητες. Είχαμε την εντύπωση πως με την «εκεχειρία» θα επιστρέφαμε όλοι στα σπίτια μας.

Οι δικοί μας δεν ξέραμε που βρίσκονταν, δεν συναντήσαμε κάποιο που να τους είδε ή να άκουσε γι’ αυτούς.

Μείναμε στο περιβόλι το βράδυ και όλο το Σαββατοκύριακο. Την Δευτέρα το πρωί, πήγαμε σε ένα μικρό ιατρείο στο Λιοπέτρι όπου μας περιποιήθηκαν τις πληγές και ακολούθως αναζητήσαμε την μονάδα μας. Μάθαμε ότι είχαν στρατοπεδεύσει στις Αγλισίδες.

Πήγαμε στις Αγλισίδες με όποιο μέσο βρίσκαμε  και έτσι φτάναμε εκεί ο καθένας μόνος του.

Υπεύθυνος της καταγραφής ήταν κάποιος λοχίας που δεν δεχόταν να μας γράψει γιατί είμασταν «λιποτάκτες» έλεγε.

Ζήτησα να δω τον λοχαγό, καθόταν στο αυτοκίνητο του, ένα «Φίατ Μιραφιόρι»

Όταν με είδε άρχισε να με ρωτά με αυστηρό ήφος «Ποιος είσαι εσύ» «Που κρυβόσουν» και άλλα τέτοια. Όταν κατάλαβε πως δεν ήμουνα μόνος και πως πηγαίναμε κατά πάνω του με άγριες διαθέσεις, άρχισε να τα μασάει «σιγά ρε παιδιά, κάτσετε ρε παιδιά, θα τα βρούμε ρε παιδιά» και έδωσε διαταγή στον νταή λοχία του να μας καταγράψει, χεσμένος.

Ο διοικητής της μονάδας καθόταν σε μια πέτρα λίγο πιο πέρα αλλά δεν ψήλωσε κεφάλι να μας δει. Δεν άρθρωσε λέξη. Πολύ αργότερα μας είπε πως «έστειλε κάποιο να μας ειδοποιήσει να φύγουμε αλλά δεν μπόρεσε να φτάσει κοντά μας, έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν χωρίς εμάς» παραμύθια της Χαλιμάς.

Κάπου εκεί περιφερόταν και ο λοχίας που με αποκάλεσε «προδότη» έφυγε και εκείνος πριν από εμάς, ο άμοιρος.

(Το πιο πάνω κείμενο είναι οι μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν στις μάχες του λιμανιού και  βίωσαν εκείνες τις τραγικές στιγμές)

Βίκτωρ Καραγιάννης

 

 

 


 

 

 

Comments

Popular posts from this blog

Το Ναυάγιο του SS Porlock Hill

Το Ναυάγιο του SS Porlock Hill : Μια Ιστορική, Τεχνική και Επιχειρησιακή Ανάλυση (Δερύνεια, 1951) Περίληψη ( Abstract ): Η παρούσα έκθεση εξετάζει το ναυάγιο του βρετανικού πλοίου τύπου Liberty , SS Porlock Hill , το οποίο σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 1951 στις ακτές της Αμμοχώστου. Αναλύονται τα τεχνικά αίτια της δομικής αστοχίας, το γεωπολιτικό πλαίσιο, οι επιχειρήσεις διάσωσης και οι τοπικές μαρτυρίες για την περισυλλογή εμπορευμάτων και οπλισμού από τους κατοίκους της Δερύνειας και της Αμμοχώστου. 1. Ταυτότητα του Πλοίου και Τεχνικά Χαρακτηριστικά Πριν το συμβάν, το σκάφος αποτελούσε μέρος της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας της μεταπολεμικής περιόδου. Όνομα Πλοίου: SS Porlock Hill (Πρώην SS Sabik). Τύπος: Liberty Ship (γνωστά για τη μαζική παραγωγή τους κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο). Ιδιοκτησία: Counties Ship Management Co. Ltd. (Συμφερόντων Ρεθύμνη & Κουλουκουντή). Φορτίο: Άνθρακας, ξυλεία ( timber ), τρόφιμα και στρατιωτικό υλικό. Π...

Η Συγκλονιστική Συμβολή της Κύπρου και της Δερύνειας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

28η Οκτωβρίου: Το "ΟΧΙ" της Ελλάδας και η Συγκλονιστική Συμβολή της Κύπρου και της Δερύνειας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο Τιμούμε σήμερα την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, την ημέρα που η Ελλάδα είπε το μεγάλο "ΟΧΙ" απέναντι στο ιταλικό τελεσίγραφο, αποφασίζοντας να αντισταθεί στον φασισμό του Μουσολίνι και στον ναζισμό του Χίτλερ. Ενώ η βύθιση του Αντιτορπιλικού «Έλλη» τον Αύγουστο του 1940 δεν στάθηκε ικανή αιτία πολέμου για την τότε κυβέρνηση Μεταξά, το τελεσίγραφο λίγους μήνες αργότερα δεν άφησε περιθώρια. Ο Ελληνικός λαός κλήθηκε να υπερασπιστεί την πατρίδα στο Αλβανικό Μέτωπο. Ωστόσο, η Κύπρος, ως Βρετανική Αποικία, είχε ήδη μπει στον πόλεμο νωρίτερα, στις 3 Σεπτεμβρίου 1939 , μόλις η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία. Η Μαζική Συμμετοχή και το Κυπριακό Σύνταγμα Η απόφαση των Ελλήνων να αντισταθούν βρήκε τους Κυπρίους ενεργούς, με την κατάταξη να ξεκινά ήδη από τον Οκτώβριο του 1939. Οι χιλιάδες Κύπριοι που εντάχθηκαν στον Αγ...

«Στη Δερύνεια παίζανε βόλεϊ πριν καν εφευρεθεί το άθλημα: Η ιστορία μιας μεγάλης παράδοσης»

Από τον «Βουνό» της Δερύνειας στην Παγκόσμια Αθλητική Σκηνή: Μια Ιστορική Αναδρομή της Πετοσφαίρισης Εισαγωγή Η ιστορία της πετοσφαίρισης (βόλεϊ) συχνά διδάσκεται ως ένα γραμμικό χρονικό που ξεκινά από τις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο, μια βαθύτερη έρευνα στα αρχεία της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα της Κύπρου, αποκαλύπτει μια πιο σύνθετη εικόνα. Η εξέλιξη του αθλήματος στη Δερύνεια και την ευρύτερη επαρχία Αμμοχώστου αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα πολιτισμικής ανταλλαγής, κοινωνικής ανθεκτικότητας και εθνικής ταυτότητας. 1. Οι Πρωτόγονες Απαρχές: Ο «Βουνός» της Δερύνειας (1880) Πριν ο William G . Morgan καταγράψει τους επίσημους κανόνες του " Mintonette " το 1895, οι σπόροι ενός παρόμοιου αθλήματος είχαν ήδη φυτευτεί στην Κύπρο. Το καλοκαίρι του 1880, το 2ο Τάγμα των Lancashire Fusiliers υπό τον Αντισυνταγματάρχη John Davis , κατέφυγε στην τοποθεσία «Βουνός» στα υψώματα της Δερύνειας για να προστατευτεί από τη μαλάρια, τον διαβόητο ...